Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Πρέβεζα, Κώστας Καρυωτάκης



  Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια ''ελλιπή'' μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
''Υπάρχω;'' λες, κ' ύστερα ''δεν υπάρχεις!''
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Το Μονόγραμμα, Οδυσσέας Ελύτης


I
Θά πενθώ πάντα μ’ ακούς; γιά σένα,
μόνος, στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος
Μια στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μια στόν αέρα μια στή μουσική
Τα δυο μικρά ζωα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ το δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τα κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’ τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρεις φορές το μώβ τρεις μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί το τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τη Γοργόνα μέ τα ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ το λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


 ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’ αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού, γιά το μικρό το πόδι σού μες στ’ αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά το "τί" καί το "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα Εσύ το νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο καί το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μενα

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στόν κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα καί το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μες στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιος, μ’ ακούς
Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά `ρθει μέρα, μ’ ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ’ ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα, μ’ ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς
Τής αγάπης
Μια γιά πάντα το κόψαμε
Καί δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Καί κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου, άκου
Ποιος μιλεί στά νερά καί ποιος κλαίει ακούς;
ποιος γυρευει τον αλλο, ποιος φωναζει
ακους;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι νά `ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, νά μέλει κοντά σου νά `ρθω
Πού δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στά μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κεί, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τούς κόλπους, τα μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού, μέσα στό σπίτι μέ το σκρίνιο το παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί το κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’ άλογο του Αγίου καί το αυγό της Ανάστασης
Σάν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τη στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μην έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μες στίς ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ, μπορεί, καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μες στό σώμα καί πού τρυπάει τη θύμηση
Καί νά το χώμα, νά τα περιστέρια, νά η αρχαία μας γή.

VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μες απ’ το νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μες στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μες στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’ έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά `χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’ άσπρο καί το κυανό η ψυχή μου !
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τη ρολογιά καί το γκιούλ μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος, καί ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο!

VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περπατάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον παράδεισο

Συμβουλή Ημέρας: Το μυαλό μας και ο αναγνώστης.


Η Συμβουλή της Ημέρας: Το μυαλό μας και ο αναγνώστης.

Ποτέ να μην ξεχνάμε πως όσα έχουμε στο μυαλό μας για την πλοκή και την περιγραφή ενός τοπίου ή μιας κατάστασης, δεν σημαίνει ότι γίνονται σαφή στον αναγνώστη. 
Μπορεί ο ήρωας να τριγυρνά ελεύθερα και οι λεπτομέρειες της ιστορίας να ρέουν με λογική, πρέπει όμως και να ενημερώνουμε τον αναγνώστη για όσα θέλουμε να ξέρει. 

Παράδειγμα: "Ο πολεμιστής ταξίδευε νύχτα μέσα από το Βασίλειο του Βορρά, γρήγορα και με το σπαθί του γυμνό κάτω από την κάπα. Δεν είχε χρόνο και ο κίνδυνος τον ακολουθούσε." 
Το λάθος μας σε αυτή την περιγραφή θα είναι αν δεν πούμε ποιος είναι ο κίνδυνος. 
Είναι η νύχτα και τα άγρια ζώα που παραμονεύουν; 
Είναι οι εχθροί;
Είναι το μέρος ξένο, περιοχή των αντιπάλων του; 
Νιώθουμε τον κίνδυνο αλλά πρέπει να ξέρουμε από που προέρχεται αλλιώς δεν έχει νόημα για αυτόν που διαβάζει.


Άσκηση: Ότι δεν βλέπεις.
Γράψε ένα μικρό κείμενο που να περιέχει τα εξής στοιχεία: Περιοχή, ήρωα, μικρή πλοκή, δεύτερο ήρωα. 

Ή ακόμα βρες ένα ήδη έτοιμο κείμενο. 
Διάβασε το καλά και αφού βρεις τις λέξεις κλειδιά, διέγραψε τες! Διέγραψε προσωπικές αντωνυμίες, λέξεις που δείχνουν τον τόπο, τον χρόνο κλπ. 
Μετά διάβασε πάλι το κείμενο και σκέψου τι είδους παρεξηγήσεις δημιουργούνται στην πλοκή της ιστορίας! 
Μάθε από αυτό και απέφυγε να παραμελείς σημαντικές λεπτομέρειες στα γραπτά σου!

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Οι ταινίες που νίκησαν τα βιβλία, του Δημήτρη Πετρούνια

Βιβλία και ταινίες, ταινίες και βιβλία. Μια σχέση αγάπης, μίσους, πάθους που κρατάει από την αρχή του -φιλμικού –  χρόνου. Σε βάρος των βιβλίων ως επί το πλείστον. 
Η λογοτεχνία αποτελεί, αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή, μια βασική πηγή έμπνευσης για τον κινηματογράφο. Ο οποίος κινηματογράφος εντούτοις εκ των πραγμάτων είναι περισσότερο προσβάσιμος, φτάνει συνήθως σε περισσότερους και απολαμβάνει μεγαλύτερης αποδοχής από το βιβλίο. Δείτε το ως εξής. Αν βγει μια ταινία βασισμένη σε βιβλίο που έχετε διαβάσει και σας αρέσει, κατά πάσα πιθανότητα θα σπεύσετε να τη δείτε. 
Αν όμως δείτε πρώτα την ταινία, θα «επιστρέψετε» για να διαβάσετε το βιβλίο; Όχι βέβαια. Είναι και το ζήτημα της διάρκειας. Το φιλμ θα χρειαστεί δυο – τρεις ώρες το πολύ. Ενώ οι σελίδες απαιτούν αφοσίωση ημερών (βεβαίως αξίζει τον κόπο: Να διαβάζετε όσο περισσότερο μπορείτε. Οκ. αυτό βγήκε κάπως σαν κοινωνικό μήνυμα, αλλά είναι αλήθεια).
Αυτή η αφοσίωση, συχνά κάνει τους βιβλιόφιλους κάπως ελιτιστές. Δεν έχω κάποια επίσημη έρευνα στα χέρια μου φυσικά , αλλά νομίζω ότι οι περισσότεροι συστηματικοί αναγνώστες  δύσκολα θα πειστούν πως η μεταφορά ενός μυθιστορήματος που αγαπούν στη μεγάλη οθόνη μπορεί να είναι αντάξια ή και καλύτερη του πρωτότυπου. 
Και βέβαια, κάνουν λάθος. Διαθέτω τα παραδείγματα για να το αποδείξω.  Ή έτσι νομίζω τέλος πάντων.
Το καλύτερο και το χειρότερο στην τέχνη, ασφαλώς δεν μπορούν να οριστούν αντικειμενικά. Και επίσης όταν μιλάμε για δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα, όπως η κινηματογραφική και η λογοτεχνική γλώσσα, οι συγκρίσεις εκ των πραγμάτων αγγίζουν τα όρια του ανέφικτου ή έστω του απελπιστικά απλοϊκού. Εντάξει, δεν τρέχει και τίποτα, μια απελπιστικά απλοϊκή συζήτηση έχει κι εκείνη το γούστο της.  
Προσωπικά πάντως θεωρώ ότι η μυθοπλασία διαθέτει μερικούς κοινούς κώδικες σε όλες της μορφές και άρα μπορεί να συγκριθεί.
Ακολουθούν μερικές ταινίες που κατά τη γνώμη μου στάθηκαν στο ίδιο ύψος ή και υπερείχαν στα σημεία του αρχικού υλικού.  Χρησιμοποιώ μονάχα περιπτώσεις για τις οποίες έχω προσωπική άποψη. Τον «Νονό» ή την «Οδύσσεια του Κιούμπρικ, τα έχω δει αλλά δεν τα έχω διαβάσει. Ειδάλλως ίσως να βρισκόταν κι εκείνα στην παρακάτω λίστα.

Gone Girl


(Ακολουθούν spoiler –όχι μεγάλα, αλλά spoiler)
Το βιβλίο της Τζίλιαν Φλιν είναι πολύ καλό. Ένα απατηλό αστυνομικό θρίλερ που εξελίσσεται  – μεταξύ  άλλων  – στην ανατριχιαστική ανατομία του γάμου ως θεσμού στη σημερινή δυτική  κοινωνία. Σε σχέση με την ταινία του Ντέιβιντ Φίντσερ πλεονεκτεί στην κατανόηση της « Έιμι». Στο μυθιστόρημα η φωνή της είναι πιο ξεκάθαρη, τα κίνητρα της πιο κατανοητά, η τρέλα της πιο χειροπιαστή. Το φιλμ όμως καλύπτει το συγκεκριμένο χάντικαπ με ένα πιο οξύ κοινωνικό σχόλιο για τα media και τον κανιβαλισμό τους  καθώς και μια απροσδόκητη αλλά τελικά πολύ έξυπνη επένδυση στο μαύρο χιούμορ και τον σαρκασμό. Το «Gone Girl» στον κινηματογράφο αγγίζει τα όρια της σάτιρας  και κατορθώνει έτσι να αναδείξει τη φαρσική συνθήκη του γάμου των πρωταγωνιστών και ταυτόχρονα κάθε γάμου που απαιτεί την «εξαφάνιση» των εμπλεκομένων προσωπικοτήτων προκειμένου να πετύχει.

Βιβλίο ή ταινία: Ας το λήξουμε ισόπαλο. Παράταση δεν έχει…


Τελευταία έξοδος «Ρίτα Χέιγουορθ»


Θα το έβαζα πρώτο στη λίστα, αλλά κατ΄αρχήν το «Gone Girl» υπήρξε η αφορμή για το συγκεκριμένο θέμα και κατά δεύτερον, η συγκεκριμένη ταινία δεν χρειάζεται κι άλλες πρωτιές. Παραμένει στην κορυφή του imdb που πάει να πει ότι για ένα μεγάλο μέρος του κοινού που χρησιμοποιεί ίντερνετ (δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοια δημογραφική κατηγορία) είναι η καλύτερη όλων των εποχών. Στη βιβλιογραφία του Στίβεν Κινγκ αντιθέτως δεν θα έμπαινε ούτε στο τοπ-20. Μη σας πω ούτε στο τοπ-30. Ο Φρανκ Ντάραμποντ πήρε μια μικρή, απλώς ευχάριστη νουβέλα του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα και την μετέτρεψε σε κάτι που μάλλον ούτε ο ίδιος, ούτε ο Κινγκ όταν την έγραφε, περίμενε ότι θα γίνει: Φαινόμενο. Το οποίο με το πέρασμα του χρόνου όχι απλώς δεν εξασθενεί αλλά μεγαλώνει κιόλας.

Βιβλίο ή ταινία: Ξεκάθαρο διπλό.


Trainspotting


Δεν μου αρέσει  πολύ ο Ίρβιν Γουέλς. Βρίσκω κάποια ενδιαφέροντα πράγματα στα βιβλία του που έχουν πέσει στα χέρια μου, ωστόσο σε γενικές γραμμές τον θεωρώ κάπως κουραστικό και επιτηδευμένο.  Αρκετά με την λογοτεχνική κριτική. Διάβασα το «Trainspotting» αφότου είδα το φιλμ (όπως νομίζω οι περισσότεροι). Και το βρήκα σαφώς λιγότερο φρέσκο,  διασκεδαστικό, τριπαριστό.  Το κακό είναι ότι ο Ντάνι Μπόιλ δεν έχει κάνει έκτοτε ταινία εξίσου καλή με τη συγκεκριμένη. Το καλό είναι ότι στο πλαίσιο του συγκεκριμένου θέματος δεν μας νοιάζει.

Βιβλίο ή ταινία: Ταινία. Και δίχως ναρκωτικά.


Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών


Θα προτιμήσω να μην διασπάσω ούτε την κινηματογραφική ούτε την λογοτεχνική τριλογία.  Ας τις δούμε συνολικά. Οι ταινίες του Πίτερ Τζάκσον με μάγεψαν, όπως και εκατομμύρια θεατές. Τα βιβλία, θα το πω κι ας με βρίσετε, τα βαρέθηκα! Παίζει ρόλο προφανώς ότι δεν μου αρέσει το είδος της ηρωικής φαντασίας. Ωστόσο , ομολογώ, πως ο κόσμος που δημιούργησε ο Τόλκιν εκ του μηδενός, παρότι πραγματικά αξιοθαύμαστος ως επίτευγμα, ήταν ταυτόχρονα και εξαντλητικά λεπτομερής.  Ο Τζάκσον ανέδειξε κυρίως την ουσία της περιπέτειας του Φρόντο και των συντρόφων του.  Δίχως περιττές φιοριτούρες.

Βιβλία ή ταινίες: Σόρι, ταινίες. Αλλά το επεσήμανα ήδη, αυτά είναι υποκειμενικά.


Η σιωπή των αμνών


Στη σειρά βιβλίων του Τόμας Χάρις με πρωταγωνιστή αρχικά τον Γουίλ Γκρέιαμ και εν συνεχεία τον Χάνιμπαλ Λέκτερ, μονάχα ο «Κόκκινος Δράκος» μου άρεσε πραγματικά. Ο συγγραφέας είχε το πλεονέκτημα του χώρου και του χρόνου για να αναπτύξει έναν από τους πιο ενδιαφέροντες «κακούς» στην ιστορία της ποπ κουλτούρας . Ο σκηνοθέτης Τζόναθαν Ντέμι είχε τον Άντονι Χόπκινς. Εκεί κάπου τελείωσε το ματς. Ο ανατριχιαστικός Χάνιμπαλ του Χόπκινς δεν χρειάστηκε πολλά. Με ένα ακίνητο βλέμμα και ένα πλατάγιασμα της γλώσσας, ισοπέδωσε το λογοτεχνικό alter ego του και πέρασε την αιωνιότητα. Όχι ως ήρωας βιβλίων. Αλλά ως ήρωας των πιο τρομακτικών και  – παράδοξα σαγηνευτικών –  κινηματογραφικών μας εφιαλτών.

Βιβλίο ή ταινία: Η ταινία κερδίζει κατά κράτος. Είχε και Τζόντι Φόστερ σε μεγάλες φόρμες.


Τα παιδιά των ανθρώπων


Η Π.Ντ. Τζέιμς είναι μια από τις καλύτερες συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων της εποχής μας.  Η συγκεκριμένη  προσπάθεια να γράψει επιστημονική φαντασία αποδείχθηκε απρόσμενα επιτυχής. Ακόμα περισσότερο επιτυχής ήταν η μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο. Αλλά όχι απρόσμενα. Ο Αλφόνσο Κουαρόν δεν έχει υποπέσει ακόμα σε κάποιο λάθος στη σκηνοθετική καριέρα του.  Ωστόσο, αν αναζητά κάποιος την καλύτερη δουλειά του Μεξικανού, ας μη σταθεί στο  Όσκαρ του «Gravity». Και ας δει πως μια δυστοπία γεμάτη πυροβολισμούς, σκόνη και αίμα, μπορεί να ολοκληρωθεί ιδανικά με ένα πλάνο αποστομωτικής ποιητικότητας!

Βιβλίο ή ταινία: Ταινία.


Το Κουρδιστό Πορτοκάλι


Εδώ μιλάμε τώρα για πολύ δύσκολα πράγματα.  Η νουβέλα του Άντονι Μπέρτζες συμπεριελήφθη στη λίστα του περιοδικού TIME με τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα της αγγλικής γλώσσας για τον 20ο αιώνα. Πως να αντιπαρατεθείς λοιπόν με αυτό το καταπληκτικό, αστείο πρωτοποριακό, αιχμηρό και ιδιαίτερα ενοχλητικό βιβλίο;  Με την παράνοια του Μάλκομ Μακντάουελ. Με κλασσική μουσική. Με βία εικονογραφημένη σαν μπαλέτο. Με  την απαράμιλλη τέχνη  του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, να πως.

Βιβλίο ή ταινία: «Χ». Και αυτό αποτελεί έπαινο για την ταινία.

Το μωρό της Ρόζμαρι


Δεν τρομάζω εύκολα. Ούτε με ταινίες, ούτε με βιβλία. Το βιβλίο του Άιρα Λέβιν, σε στιγμές μου έκοψε το αίμα. Είναι τρομακτικό, δεν τίθεται θέμα. Και όχι με προφανή τρόπο αλλά με τον υπαινικτικό που όταν αποδοθεί σωστά, τρυπώνει κάτω από το δέρμα σου και κρατάει για ώρες. Δεν θα έλεγα όμως  ότι είναι και σπουδαία λογοτεχνία. Η ταινία του Ρομάν Πολάνσκι είναι σπουδαίος κινηματογράφος. Ανατριχιαστικός, ενοχλητικός, αλληγορικός και φυσικά τρομακτικός.

Βιβλίο ή ταινία: «Χ». Επειδή τρόμαξα και με τα δυο. Και, δεν ξέρω αν σας το είπα, δεν τρομάζω εύκολα.

Blade Runner


Ο Φίλιπ Ντικ δημοσίευσε το 1968 την ιστορία του αστυνόμου Ρικ Ντέκαρντ με τίτλο «Do Androids Dream of Electric Sheep?». Στα ελληνικά κυκλοφορεί ως «Ηλεκτρικό πρόβατο». Όπως κι αν λέγεται αποτελεί τη λογοτεχνική βάση μιας από τις δυο – τρεις πιο επιδραστικές ταινίες όλων των εποχών. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν το φιλμ του 1982 του Ρίντλεϊ Σκοτ  είναι καλύτερο ή όχι από τη νουβέλα του εξαιρετικού Αμερικανού συγγραφέα. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η επίδραση της αισθητικής, της υφής, της ατμόσφαιρα τους «Blade Runner» εκτείνεται από τον κινηματογράφο μέχρι τη μουσική και από τα εικαστικά μέχρι το design ακόμα και τη μόδα. Και διαρκεί μέχρι σήμερα.

Βιβλίο ή ταινία: Tαινία. Υποχρεωτικά.


Ψυχώ


Η επιτομή  της εν λόγω λίστας. Το pulp θρίλερ του  – καλού μα άνισου –  Ρόμπερτ Μπλοχ γράφτηκε το 1959 και θα είχε ξεχαστεί εντελώς αν ο μετρ Άλφρεντ Χίτσκοκ δεν το έπιανε στα χέρια του.  Και δεν έφτιαχνε ένα από τα αριστουργήματα του παγκοσμίου κινηματογράφου με πρώτη ύλη μια ενδιαφέρουσα ιστορία, σαφώς κατώτερη πάντως της δικής του «γραφής».

Βιβλίο ή ταινία: Δεν τίθεται θέμα καν.


Τιμητική αναφορά

High Fidelity: Εξίσου καλό με το βιβλίο με μπόνους ότι δεν φαντάζεσαι τη μουσική, την  ακούς.
Η Λάμψη: Το βιβλίο είναι από τα αγαπημένα μου. Αλλά η ταινία του Κιούμπρικ, ως συνήθως ξεφεύγει από το πρωτότυπο και φτιάχνει ένα εντελώς ξεχωριστό πράγμα. Μου άρεσε λιγότερο, αλλά μου άρεσε.
Καμία πατρίδα για τους μελοθάνατους: Οι αδελφοί Κοέν πιάνουν στην εντέλεια τον κυνισμό, τον πεσιμισμό και τον  σκοτεινό τόνο του  Κόρμακ ΜακΚάρθυ
Fight Club: Ο Τσακ Πόλανικ (Chuck Palahniuk) είναι τρελός. Δεν χρειάζεται ψυχιατρική γνωμάτευση.  Τα βιβλία του το αποδεικνύουν. Όταν στο μείγμα μπήκε ο Ντέιβιντ Φίντσερ το αποτέλεσμα ήταν, όπως ίσως θα γνωρίζετε, εκρηκτικό!



ΠΗΓΗ 
Geekarena.gr

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΑΣΚΗΣΗ

Να συμπληρώσετε τα κενά των αλληλοπαθητικών αντωνυμιών του παρακάτω πίνακα

Α+Β Πρόσωπο
 

Ενικός Αριθμός

α΄ πρόσωπο
β΄ πρόσωπο

Αρσενικό

Θηλυκό Αρσενικό Θηλυκό
Γενική


ἐμαυτῆς

Δοτική

ἐμαυτῷ

σεαυτῇ
Αιτιατική



σεαυτὸν





Πληθυντικός Αριθμός

α΄ πρόσωπο
β΄ πρόσωπο

Αρσενικό

Θηλυκό Αρσενικό Θηλυκό
Γενική




ὑμῶν αὐτῶν
Δοτική


ἡμῖν αὐταῖς

Αιτιατική

ἡμᾶς αὐτοὺς
μᾶς αὐτοὺς




Γ' Πρόσωπο


Ενικός Αριθμός

γ΄ πρόσωπο 
Αρσενικό

γ' πρόσωπο Θηλυκό γ' πρόσωπο Ουδέτερο
Γενική



-----
Δοτική


ἑαυτῇ
Αιτιατική

ἑαυτὸν






Πληθυντικός Αριθμός γ΄ πρόσωπο αρσενικό

γ' πρόσωπο θηλυκό γ' πρόσωπο ουδέτερο
Γενική


ἑαυτῶν ή σφῶν αὐτῶν

--------
Δοτική

ἑαυτοῖς ή σφίσιν αὐτοῖς


--------
Αιτιατική








ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΣΚΗΣΗ

Να συμπληρώσετε τα κενά των προσωπικών αντωνυμιών του παρακάτω πίνακα
 

Ενικός Αριθμός
     α' πρόσωπο
     β' πρόσωπο
     γ' πρόσωπο

Ονομαστική
ἐγὼ
σὺ
-------

Γενική








Δοτική


σοί, σοι




Αιτιατική
ἐμέ, με


(ἓ)



Πληθυντικός Αριθμός
     α' πρόσωπο
     β' πρόσωπο
     γ' πρόσωπο
Ονομαστική
ἡμεῖς
ὑμεῖς
-------

Γενική








Δοτική
ἡμῖν


οἷ, οἱ

Αιτιατική


ὑμᾶς











































Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Διδάσκεται η συγγραφή; 4 αξιόλογοι συγγραφείς απαντούν

Το BookSitting ζήτησε από τέσσερις συγγραφείς, που διδάσκουν δημιουργική γραφή, να απαντήσουν στο «αιώνιο» ερώτημα: «Διδάσκεται η συγγραφή;». 

writing
Photo credit: mugfaker (Creative Commons)

Αλέξανδρος Ασωνίτης*
Αλέξανδρος Ασωνίτης«Εκείνο που διδάσκεται είναι η μέθοδος την οποία ακολουθεί κάθε διδάσκων, εφόσον βέβαια είναι δόκιμος συγγραφέας, αλλιώς δεν έχει νόημα. Συνεπώς,  εκείνο που οφείλει να προσέξει κάθε υποψήφιος μαθητής ή μαθήτρια, είναι η οντότητα κάθε συγγραφέα-διδάσκοντα, ώστε να επιλέξει έναν καλό συγγραφέα ως δάσκαλο.  
Τα οφέλη πολλαπλασιάζονται αν διαβάσει τα βιβλία του συγγραφέα-διδάσκοντα, ώστε να μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει τους λογοτεχνικούς τρόπους που χρησιμοποίησε στο εκάστοτε βιβλίο του. Έχει την ευκαιρία να θέσει ερωτήματα και να λάβει απαντήσεις, πολύ σημαντικό για κάθε υποψήφιο συγγραφέα.

Ξεκίνησα να διδάσκω σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο περιοδικό Χάιλαϊτς, το 2004, με προτροπή του φίλου και συνάδελφου Κωνσταντίνου Τζαμιώτη και συνέχισα στο Κολλέγιο Αθηνών, με πρόταση της αείμνηστης φίλης και συναδέλφου Νένης Ευθυμιάδη. Από τριετίας ίδρυσα την δική μου σχολή, την «Ανοιχτή Τέχνη, σεμινάρια-διαλέξεις-δράσεις για τις τέχνες και τον πολιτισμό», στην οποία διδάσκω τόσο εγώ, όσο και εξαιρετικοί συνάδελφοι, όπως οι: Σωτήρης Δημητρίου, Κων/νος Τζαμιώτης, Γιάννης Υφαντής, Γιώργος Χρονάς, Γιώργος Μπλάνας. 
Αρκετοί μαθητές μου, γύρω στους 15, έχουν εκδώσει βιβλία σε γνωστούς εκδοτικούς οίκους (Καστανιώτη, Αλεξάνδρεια, Μελάνι) και σε λιγότερο γνωστούς.» 



* Ο Αλέξανδρος Ασωνίτης σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Από το 1995 έχει διαγράψει τη δική του πορεία στην ελληνική λογοτεχνία με αρκετά έργα, ανάμεσα στα οποία ένα best-seller, το «Λάλον ύδωρ» και το «Η Συνείδηση της Αιωνιότητας», το σημαντικότερο μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1990, κατά το περιοδικό «Ιχνευτής» (το 2003). Ακολούθησαν το «Γεια σου τηλεόραση!» και οι νουβέλες «Το μνημειώδες σχέδιο του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ – Το μοιρολόι της Μανούσαινας». Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε αρκετές συλλογές. Πέραν της συγγραφής, ασχολείται με τη μετάφραση αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Αρθρογραφεί σε περιοδικά και διδάσκει σε μαθήματα δημιουργικής γραφής. Το θεατρικό του έργο «Μανέρμες, η μάνα του Σολωμού, η μάνα του Κάλβου» ανέβηκε από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας το 2010.

Μανίνα Ζουμπουλάκη* 
Μανίνα Ζουμπουλάκη«Επειδή έμαθα να γράφω διαβάζοντας (τα πάντα) και γράφοντας (δεν φαντάζεστε)… πιστεύω ότι κανένας δεν γεννιέται ξέροντας να γράφει από τη μάνα του: μαθαίνεις να γράφεις επειδή διαβάζεις πολύ, είσαι μονόχνοτο παιδί, έχεις πολλά θέματα, περιέργεια, παρατηρητικότητα, πετριά, και τουλάχιστον όσο είσαι μικρός/ή, ερωτεύεσαι τους λάθους ανθρώπους συνέχεια. Εάν συντρέχουν όλα αυτά και δεν μάθεις να γράφεις, είσαι περίεργο άτομο. Ή το ρίχνεις στη μουσική ή σε τίποτα, απλώς χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο.
Οι Αμερικάνοι έχουν εδώ και χρόνια Δημιουργικό Γράψιμο στα πανεπιστήμια και ο Μίμης Σουλιώτης το ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα για το γράψιμο, πώς να αρχίσεις, πώς να μην τα παρατήσεις, πώς στήνεις ήρωες… τρικ, μεθόδους, κόλπα, αναλύεις για να συνθέσεις, παρατηρείς για να αντιγράψεις ή να δημιουργήσεις ή και τα δύο… Για να μην το ζαλίζω πολύ: δεν υπάρχει περίπτωση να θέλεις να γράψεις, και να μην καταφέρεις να μάθεις πώς να το κάνεις σωστά. Ακόμα και εμπνευσμένα…»

*  Γεννήθηκα το 1960, μεγάλωσα στην Καβάλα.  Σπούδασα στην Αμερική Ιστορία Τέχνης και Φυσική Αγωγή.  Δημοσιογραφώ από τις αρχές της δεκαετίας του ’80  στον «Ταχυδρόμο», στα «Πρόσωπα», «Κλικ», «Diva», «Μen», «Nitro», «Down Town», «Unique», «Ένα»,»Look», «PinkWoman», «Παιδί & Γονείς» και άλλα.
 Είμαι μόνιμη αρθρογράφος στα «Elle» (από το 1997), στην  «Athens Voice» (από το 2005) και στο ‘Home».
Έχω μεταφράσει  τριάντα βιβλία από αγγλικά και γαλλικά για τις εκδόσεις «Κάκτος», όπως και άλλα τόσα «Αρλεκιν».
Δούλεψα στο ραδιόφωνο ως δημοσιογράφος/παραγωγός. Διδάσκω δημιουργικό γράψιμο (άρθρο, διήγημα, μυθιστόρημα, σενάριο) από το 2000 σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και σε ιδιωτικές σχολές.
Συνέγραψα το σενάριο  στις ταινίες μεγάλου μήκους «Ελεύθερη Κατάδυση», σε σκηνοθεσία  Γιώργου  Πανουσόπουλου,   και «Ριζότο», σε σκηνοθεσία  Όλγας Μαλέα.

Έχω εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων («Κενά Μνήμης», «Μυροβόλος Άνοιξης» , «Η ζωή (δεν) είναι ταινία»), και τα μυθιστορήματα: «Φεύγα!», «Η σκόνη της Ημέρας», «Αληθινή Σταρ» , «Μεγάλο Καλοκαίρι», «Ευτυχία», «Φερμουάρ».
Έγραψα  ένα εγχειρίδιο με τίτλο «Πώς να γράψεις», που επανεκδίδεται κάθε χρόνο.
Συμμετείχα με το διήγημα «Μέρα Νύχτα» στην συλλογή τριών διηγημάτων «Κρυμμένες Ιστορίες».
Το μυθιστόρημα «Φεύγα» έγινε σήριαλ σε δικό μου σενάριο (Mega, 2003).
Συνέγραψα το σενάριο του σήριαλ «Ξέχασέ με» (Alpha) Επίσης έγραψα το σενάριο της τηλεταινίας «Απαγωγή»  (Mega).
Την άνοιξη του 2012 έγραψα το θεατρικό «Ευρέ Εργά», το οποίο ανέβηκε με επιτυχία στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη. Ανέβηκε για δεύτερη φορά τον χειμώνα του 2013 στο θέατρο Black Box του Ιδρύματος.
Γράφω συνέχεια – θεατρικά, σενάρια, μία όπερα, ένα μιούζικαλ κλπ. Κατά καιρούς αρθρογραφώ σε blog φίλων καθώς και σε επαρχιακά έντυπα.
Έχω τρία παιδιά και ζω στην Αθήνα.

Αλέξης Σταμάτης* 
ALEXIS STAMATIS«Ακόμη και η πιο εμπνευσμένη λογοτεχνική κριτική, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ξύσει την επιφάνεια της μυστηριώδους διαδικασίας της δημιουργικότητας, έλεγε ο Ντέιβιντ Λοτζ. 
Το ίδιο κάνει και το καλύτερο σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Όπως έλεγε και ο Hemingway : «We are all apprentices in a craft where no one ever becomes amaster.» Ο ζωγράφος είναι σε θέση να διδάξει τα στοιχεία της δουλειάς του. Η «γραμματική» της ζωγραφικής είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Η συγγραφή δεν είναι ζωγραφική ούτε είναι μία συστηματοποιημένη γνώση. Δεν είναι εμπειρική επιστήμη – η διδαχή και η μάθηση δεν είναι όπως η διδαχή και η μάθηση, π.χ., της ιατρικής. 
Πρόκειται για μία ακραία δράση προσοχής και μνήμης· ζητά από τα εγκεφαλικά σου κύτταρα να κάνουν όλο και περισσότερους συνδυασμούς. Ο εγκέφαλος αλληλεπιδρά με τον εαυτό του. Ακούει λέξεις, βλέπει λέξεις, μιλά λέξεις, γεννάει ρήματα. Οι δράσεις αυτές συμβαίνουν σε διάφορα διαμερίσματα του νου. 
Η δημιουργική γραφή δίνει εντολές σε αυτά τα διαφορετικά διαμερίσματα να αρχίσουν να συνεργάζονται, κάνοντας υπό μία έννοια γυμναστική στις συνάψεις, καλωδιόνοντάς τες.  Τι αγγέλους θα δημιουργήσουν; Τι τέρατα θα δημιουργήσουν; Με αυτόν τον τρόπο εκβάλλει η συγγραφή, έτσι κατασκευάζεται η νανοτεχνολογία της φαντασίας μας.
Τα σεμινάριο που διδάσκω γίνονται στο Κολλέγιο Αθηνών Ψυχικού και στο Μουσείο Ηρακλειδών.»

* Ο Αλέξης Σταμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και έκανε μεταπτυχιακά Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο. Έχει γράψει είκοσι τρία βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, βιβλίο για παιδιά , νουβέλες, ποίηση). Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο έβδομος ελέφαντας», εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία.
Το «Μπαρ Φλωμπέρ» εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, και τη Σερβία. Επανεκδόθηκε το 2012 από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε νέα συμπληρωματική έκδοση. 
Η «Αμερικάνικη Φούγκα» (2006) κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και εκδόθηκε στις ΗΠΑ (Etruscan Press, 2008).
Το πρώτο του παιδικό μυθιστόρημα «Ο Άλκης και ο Λαβύρινθος» (2009) κέρδισε το πρώτο βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου.
Για την δεύτερη ποιητική συλλογή του, «Αρχιτεκτονική Εσωτερικών Χώρων», του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην Μεγάλη Βρετανία. 
Ο μονόλογος του «Τελευταία Μάρθα» παίχτηκε το 2008 στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας.
Δυο μονόλογοι του με τίτλο «Γένεση» ανέβηκαν το 2008 στο Θέατρο Χώρα.
Το θεατρικό του έργο «Δακρυγόνα» παρουσιάστηκε το 2010 στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, όπου το 2012 ανέβηκε και το θεατρικό του «Σκότωσε ό,τι αγαπάς».
Το έργο του «Μεσάνυχτα σ’ έναν τέλειο κόσμο ανέβηκε» στο Θέατρο Τέχνης. Το έργο του «Innerview» παίζεται στο Ίδρυμα Κακογιάννης.
Έχει αντιπροσωπεύσει πολλές φορές την Ελλάδα σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια και διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο Κολλέγιο Αθηνών-Ψυχικού και στο Μουσείο Ηρακλειδών.
Γράφει κριτική λογοτεχνίας στην εφημερίδα «τα Νέα».

Γιώργος Παναγιωτίδης*
Γιώργος Παναγιωτίδης«Στις αγγλοσαξονικές χώρες η συγγραφή διδάσκεται συστηματικά, δηλαδή ακαδημαϊκά σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, ήδη λίγο λιγότερο από ένα αιώνα οπότε σ’ αυτές το ερώτημα είναι ήδη απαντημένο.
Η συγγραφή είναι τέχνη που απαιτεί τόσο τη γνώση τεχνικών όσο και τη γνώση της ιστορίας της ίδιας αυτής της τέχνης. Αυτά είναι που διδάσκονται αλλά βεβαίως, όπως και σε όλες τις τέχνες, ένα μεγάλο ρόλο από εκεί και πέρα έχει και το ταλέντο του κάθε ασκούμενου. Μια σπουδή της συγγραφής την κάνουν μόνοι τους και οι συγγραφείς διαισθητικά και κατά το προσωπικό τους κριτήριο.  
Όσον αφορά στη δημιουργική γραφή, η λογική δεν είναι ένας αδόκιμος συγγραφέας να μάθει κάποια από τα μυστικά της τεχνικής ενός δόκιμου συγγραφέα. Αυτή είναι ιδιαίτερα περιορισμένη μαθητεία. 
Η δημιουργική γραφή έχει ως φιλοσοφία της τη μαθητεία δίπλα σε καταρτισμένους και ειδικούς επιστήμονες, αν αυτοί τυγχάνουν και συγγραφείς ακόμα καλύτερα, που είναι ικανοί να ασκήσουν συστηματικά μελλοντικούς συγγραφείς αλλά πρωτίστως ικανούς αναγνώστες. 
Εγώ παρότι γράφω εδώ και τριάντα χρόνια κι ένα μυθιστόρημά μου μάλιστα διακρίθηκε με το βραβείο μυθιστορήματος του πρώην «Διαβάζω» νυν «Αναγνώστη» το 2008, εκ των υστέρων σπούδασα τη δημιουργική γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο, σαφώς για να βελτιώσω τις δικές μου συγγραφικές ικανότητες ενώ σήμερα είμαι υποψήφιος διδάκτορας Δημιουργικής Γραφής του Παν/μίου Δυτικής Μακεδονίας.  
Και μ’ αυτό θέλω να πω ότι νιώθω ικανός πλέον να διδάσκω την τέχνη της συγγραφής όχι τόσο γιατί είμαι συγγραφέας όσο γιατί αυτό είναι το αντικείμενο των σπουδών μου. 
Δημιουργική γραφή διδάσκω τόσο στο ένα και μοναδικό στην Ελλάδα έως σήμερα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στη Φλώρινα, το οποίο διευθύνει ο συγγραφέας και καθηγητής Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, όσο και σε συνεργασία με τον συγγραφέα και εκδότη Βασίλη Ρούβαλη ιδιωτικά με την Διαδικτυακή Δημιουργική Γραφή, την οποία έστησα πριν έξι χρόνια και στην οποία έχουν μαθητεύσει πάνω από εξήντα άτομα, κάποιοι από τους οποίους έχουν ήδη εκδώσει προσωπικά αξιόλογα βιβλία.»

* Ο Γιώργος Παναγιωτίδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1965. Είναι εκπαιδευτικός με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή. Συντάχτηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό «Μανδραγόρας» για μια δεκαετία, έως το 2005 και για τα τεύχη 12 έως 33, απ’ όπου παρουσίαζε κυρίως ποιητές. Το ίδιο έκανε και στο Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πατρών. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συνθέσεις, «Ρύνια», α΄ έκδοση το 1985 και β΄ έκδοση το 2002,
«Τα όντα εκεί» και «Ονόματα μόνο» υπό τον τίτλο «Τα δύο όλα» το 1996
και «Δι’ οδών» το 2002, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ερώτων και Αοράτων», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης το 2007 και διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» το 2008.
Την Άνοιξη του 2012 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Ομορφιές αφόρητες» επίσης από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά: Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Δέλεαρ, Συμπόσιο, Ποιητική, Άνευ και στα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά: http://www.e-poema.euhttp://poeticanet.com, καθώς και στο blog του Ε.ΚΕ.ΒΙ.




Επιμέλεια: Λιάκας Παντελής



ΠΗΓΗ
Booksitting.wordpress.com