Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Στρατιωτικές μονάδες της παγκόσμιας ιστορίας!

Οι εκλεκτότερες στρατιωτικές μονάδες της παγκόσμιας ιστορίας!
Είναι γεγονός ότι η πολεμική ιστορία βρίθει από στρατιωτικές ελίτ που έγραψαν ένδοξες στιγμές και χρυσές σελίδες στην επικράτεια των εχθροπραξιών.Από την αρχαιότητα λοιπόν μέχρι και τα νεότερα χρόνια που χαρακτηρίστηκαν ως Μεσαίωνας, εμφανίστηκαν στρατοί τρομεροί που έμοιαζαν με την πειθαρχία και την ανωτερότητά τους ως μαζικές ειδικές δυνάμεις, την ίδια ώρα που μεμονωμένα σώματα μάχης κατάφεραν να ξεχωρίσουν και να γίνουν φόβητρο απαράμιλλο για κάθε εχθρό που είχε την τραγική ατυχία να τα αντιμετωπίσει στο πεδίο της σύγκρουσης. Είτε μιλάμε για πόλεις-κράτη με σιδηρά στρατιωτική οργάνωση, όπως η περίφημη αρχαία Σπάρτη, είτε για επίλεκτα σώματα στρατών, το δόγμα ότι ο πόλεμος είναι μια τέχνη που κατακτιέται με την εκπαίδευση ποτέ δεν βρήκε καλύτερη ενσάρκωση στα πρώιμα αυτά χρόνια των ανθρώπινων συρράξεων.
Εδώ θα μιλήσουμε τόσο για περίφημα στρατεύματα που ο κόσμος δεν είχε ματαδεί και κανείς δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει, όσο και για μεμονωμένα εκλεκτά τάγματα που έκαναν πάντα τη μεγάλη διαφορά σε όρους φονικής αποτελεσματικότητας.
Αναγκαστικά θα μείνουν έξω πολλές και σπουδαίες μονάδες, καθώς μιλάμε για παγκόσμια ιστορία που είναι γεμάτη από τέτοια πολεμικά υπερόπλα, αν και τις παρακάτω δεν μπορείς να τις προσπεράσεις, καθώς έμειναν ορόσημα ανδρείας και θανάσιμης ικανότητας…

Η Σπαρτιατική Φάλαγγα

Ήταν η πόλη του Λυκούργου, ειδικά μετά τους Μεσσηνιακούς Πολέμους, που καθόρισε τον τρόπο «επιστημονικής» διεξαγωγής του πολέμου, αναγορεύοντας τη μάχη σε υπέρτατη πολεμική τέχνη. Η Σπάρτη δημιούργησε τον πρώτο τακτικό στρατό του αρχαίου κόσμου, έναν στρατό επαγγελματικό μεν, αλλά χωρίς μισθό, στον οποίο ο πολίτης ήταν διά βίου (μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του) και για όλο το διάστημα της ημέρας οπλίτης. Η αξιοθαύμαστη δομή του σπαρτιατικού στρατού, ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., είχε ως κύριο σώμα μάχης τη λακωνική φάλαγγα, ενώ ο βασικός πυρήνας του αποτελούνταν από άντρες που ήταν στενά δεμένοι μεταξύ τους με όρκο.
Οι οπλίτες της λακωνικής φάλαγγας φορούσαν ερυθρά χλαίνη -για να μην είναι άμεσα ορατό το αίμα τους κατά τον τραυματισμό-, κρατούσαν χάλκινη ασπίδα μεγάλου μεγέθους (με σήμα ένα τεράστιο κεφαλαίο «Λ») και πολεμούσαν με δόρυ 3-4 μέτρων. Για τις μάχες σώμα με σώμα (εκ του συστάδην) χρησιμοποιούσαν τα ειδικής κατασκευής λακωνικά ξίφη τους. Η μακρά πολεμική παράδοση των Λακεδαιμονίων δεν συγχωρούσε εκείνους που έδειχναν δειλία προ του εχθρού: ονομάζονταν χλευαστικά «τρέσαντες» (τρέμοντες) και τόσο οι ίδιοι οι «ριψασπίδες» όσο και οι οικογένειές τους δεν είχαν πλέον καμία υπόληψη στην πόλη.
Η πολεμική αρχή των Σπαρτιατών, το «νικάν ή απόλλυσθαι» (να νικούν ή να σκοτωθούν) είναι που έκανε τον στρατό τους πανίσχυρο, αφού στην αρχαία Σπάρτη δεν ήταν αξιοσημείωτο το να είναι αλλά το να μην είναι κανείς γενναίος. Βέβαια, παρά το αξιόμαχο του συνόλου του σπαρτιατικού στρατεύματος, υπήρχε ωστόσο ένα επίλεκτο τμήμα 300 ανδρών, οι περίφημοι «Ιππείς», το οποίο συγκροτούσαν οι καλύτεροι σπαρτιάτες «Όμοιοι» πολεμιστές, δηλαδή οι καλύτεροι των καλυτέρων! Αυτοί είχαν την τιμή να πολεμούν στην πρώτη γραμμή, δίπλα στον βασιλιά τους. Οι «Ιππείς» δεν είχαν καμιά διαφορά στον τρόπο μάχης από τον υπόλοιπο στρατό των Λακεδαιμονίων, καθώς σχημάτιζαν κι αυτοί φάλαγγες. Αν και ονομάζονταν «Ιππείς», ήταν στην πραγματικότητα πεζοί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δράσης των «Ιππέων» ήταν η μάχη των Θερμοπυλών, όπου ο Λεωνίδας ηγούνταν αυτού ακριβώς του τμήματος…

Ο Ιερός Λόχος Θηβών


Ο Ιερός Λόχος των Θηβών ήταν μια από τις κορυφαίες πολεμικές μονάδες που έδρασαν ποτέ στην αρχαία Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 379 π.Χ. από τον Γοργίδα, σε μια εποχή που η Θήβα είχε αποτινάξει τον σπαρτιατικό ζυγό. Ο λόχος απαρτιζόταν από 300 άνδρες, από τους πλέον εξέχοντες νέους της πόλης στις αθλοπαιδιές και ειδικά στην πάλη. Είχαν όλοι τους αριστοκρατική καταγωγή και ήταν προσεκτικά διαλεγμένοι σε ζευγάρια επιστήθιων φίλων, για να κρατούν τις γραμμές του λόχου αδιάσπαστες. Η εντατική εκπαίδευση και οι συχνές μάχες τους, με δημόσια δαπάνη, έκαναν τον λόχο φόβητρο ξακουστό.
Οι μεγαλύτερες στιγμές του λόχου σημειώθηκαν υπό τις διαταγές του Πελοπίδα, καθώς παρέμεινε αήττητος για 35 ολόκληρα χρόνια σφοδρών συγκρούσεων, ενώ καταστράφηκε ολοκληρωτικά στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) από το Μακεδονικό Ιππικό του Φιλίππου, το οποίο διοικούσε πλέον ο γιος του Μέγας Αλέξανδρος. Αν πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ο Ιερός Λόχος των Θηβών ιδρύθηκε από τον Γοργίδα, αν και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μαρτυρεί ωστόσο την ύπαρξη του Ιερού Λόχου ήδη από το 424 π.Χ., κατά τη μάχη του Δηλίου…

Το Αθηναϊκό Ναυτικό

Μέχρι το 490 π.Χ., η μετέπειτα θαλασσοκράτειρα Αθήνα διέθετε μεν στόλο, την ανταγωνίζονταν ωστόσο στη θάλασσα στα ίσα τόσο οι Μεγαρείς όσο και οι Κορίνθιοι. Τη χρησιμότητα ισχυρού στόλου την αντιλήφθηκε πρώτος ο Θεμιστοκλής, ο οποίος και έπεισε τους Αθηναίους να αναλάβουν τις σχετικές δαπάνες. Για την επάνδρωση των πλοίων πολλοί οπλίτες αναγκάστηκαν να μετατραπούν σε ναύτες, κατηγορώντας τον Θεμιστοκλή ότι μετέτρεψε τους αριστοκράτες από ευγενείς πολεμιστές σε κωπηλάτες.
Το 480 π.Χ. ωστόσο, κατά την εισβολή των Περσών, η Αθήνα μπορούσε να αντιπαρατάξει 200 ετοιμοπόλεμες τριήρεις και να νικήσει τους Πέρσες κατά κράτος στη θάλασσα. Μετά την ήττα των Περσών, η Αθήνα είχε ήδη μετατραπεί σε σημαντική ναυτική δύναμη, ενώ με τους φόρους επί των συμμάχων της κατάφερε να αυξήσει κι άλλο τον στόλο της σε 400 τριήρεις. Η αθηναϊκή θαλασσοκρατορία ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη και το ναυτικό της ήταν το επίλεκτο σώμα του στρατιωτικού δυναμικού της! Από τότε ως και τον θάνατο του Αλέξανδρου (323 π.Χ.), η Αθήνα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Ελλάδας…

Η Μακεδονική Φάλαγγα

Την ώρα που το ιππικό που συντρόφευε τον μέγα στρατηλάτη Αλέξανδρο ήταν το επίλεκτο σώμα του στρατού του, η τιμή οφείλει να πάει στον τρόπο παράταξης της μακεδονικής φάλαγγας, που μεταμορφώθηκε έτσι σε ένα από τα πλέον αξιόμαχα στρατεύματα του αρχαίου κόσμου! Ο χαρακτηριστικός τρόπος παράταξης μάχης, αρχικά των Μακεδόνων και στη συνέχεια όλων των κρατών των επιγόνων του Αλεξάνδρου, ήταν και ο πρώτος σχηματισμός βαρέως πεζικού στη Μακεδονία, παραμένοντας ο πιο αποτελεσματικός στρατιωτικά σχηματισμός της αρχαιότητας. Η μακεδονική φάλαγγα, στην πλήρη ανάπτυξή της, αποδίδεται στον Μέγα Αλέξανδρο, η μεταρρύθμιση πάντως της οπλιτικής φάλαγγας στην περίφημη μακεδονική συντελέστηκε από τον Φίλιππο Β’.
Η φάλαγγα αποτελούταν από ελεύθερους επαγγελματίες της Μακεδονίας, από μικροϊδιοκτήτες αγρότες και αστούς των πόλεων, ενώ η προέλευση κάθε τάξης στη φάλαγγα από συγκεκριμένη περιοχή συνέβαλε στο να σφυρηλατείται το ομαδικό πνεύμα και να εξασφαλίζεται έτσι η καλύτερη απόδοση του σώματος. Υπό τη διοίκηση λοιπόν του Φιλίππου Β’ και μετέπειτα του γιου του Αλεξάνδρου, η Μακεδονική Φάλαγγα έγινε πανίσχυρος σχηματισμός, με ακρογωνιαίο λίθο της πολεμικής της τακτικής την περίφημη σάρισα: η τρομερή εμπρόσθια δύναμη κρούσης της φάλαγγας, με τις σάρισες των τριών πρώτων σειρών να εκτείνονται τουλάχιστον πέντε μέτρα μπροστά από το μέτωπό της, της έδινε μια ακαταμάχητη ορμή που ήταν πρακτικά αδύνατο να σταματηθεί κατά μέτωπο. Το μακεδονικό υπερόπλο έδωσε στον Αλέξανδρο την υπεροχή στην εκστρατεία του στα πέρατα της οικουμένης…

Οι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα

Η ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Φθίας (η σημερινή ανατολική Φθιώτιδα) φιλοξενούσε, σύμφωνα με τον Όμηρο, τον περίφημο πολεμικό λαό των Μυρμιδόνων και αποτελούσε πατρίδα του Αχιλλέα, γιου του Πηλέα και της Θέτιδας. Ο ημίθεος Αχιλλέας και οι Μυρμιδόνες του πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με 50 πλοία και διέπρεψαν με τα στρατιωτικά ανδραγαθήματά τους και τον απαράμιλλο ηρωισμό τους στη μάχη. Ένας στρατός που λειτούργησε άψογα ως επίλεκτο σώμα δηλαδή, καθώς οι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα ήταν υπόδειγμα πολεμιστή στην αρχαία Ελλάδα αλλά και άνθρωποι υπερήφανοι που η λέξη «ήττα» δεν περιλαμβανόταν στο λεξιλόγιό τους.
Οι ηρωικοί τους άθλοι προκάλεσαν τον θαυμασμό θεών και ανθρώπων, στέλνοντας μυριάδες στον άλλο κόσμο: στα πρώτα χρόνια του Τρωικού Πολέμου, ο Αχιλλέας λεηλάτησε με τους Μυρμιδόνες του 11 πολιτείες γύρω από την Τροία και 12 σε γειτονικά νησιά, παραδίδοντας μάλιστα όλα τα λάφυρα στον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα. Αν πιστέψουμε το ομηρικό έπος, κανείς από τους Αχαιούς δεν προκάλεσε μεγαλύτερες απώλειες αλλά και τρόμο ανείπωτο στους Τρώες από τον Αχιλλέα και το επίλεκτο στράτευμά του…

Οι Αθάνατοι της Περσικής Αυτοκρατορίας

Περιγράφοντας τον πανίσχυρο στρατό των Περσών, ο ιστορικός Ηρόδοτος έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα ελίτ τάγμα που ονόμασε «Αθάνατοι» και αποτελούταν από 10.000 στρατιώτες. Κι ενώ ο περσικός στρατός ήταν ένα συνονθύλευμα εθνών και φυλών, οι Αθάνατοι κατάγονταν όλοι από τις κεντρικές επαρχίες της χώρας. Ντυμένοι με πολύχρωμα ενδύματα, που έκρυβαν τη θωράκισή τους, οι Αθάνατοι ήταν εφοδιασμένοι με τόξα και ξίφη, ενώ τέτοια ήταν η φήμη και τα προνόμια που απολάμβαναν ώστε να εκστρατεύουν με ομάδα από μάγειρες και παλλακίδες. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο σάχης του Ιράν, σε μια προσπάθεια να αναβιώσει το ένδοξο παρελθόν, ονόμασε τη δική του ελίτ στρατιωτική μονάδα «Javidan» («Αθάνατοι»)…

Η Ρωμαϊκή Πραιτωριανή Φρουρά

Την ώρα που η πανίσχυρη ρωμαϊκή λεγεώνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επίλεκτο σώμα της εποχής, ακολουθώντας το παράδειγμα της σπαρτιατικής και μακεδονικής φάλαγγας, εδώ θα μιλήσουμε μόνο για την Πραιτωριανή Φρουρά, καθώς δεν είναι και πολύ συχνό το φαινόμενο ένα ελίτ τάγμα να γίνεται παντοδύναμο, να ξεκόβεται από τη στρατιωτική πεπατημένη και να αναλαμβάνει ρόλους πολύ μεγαλύτερους από αυτούς για τους οποίους φτιάχνεται. Ορόσημο στέκει εδώ η αυτοκρατορική φρουρά του ρωμαίου ηγεμόνα, οι φοβεροί και τρομεροί Πραίτωρες, οι οποίοι από την αρχή σχεδόν της ίδρυσής τους ως αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες διαδραμάτισαν κεφαλαιώδη ρόλο στο εσωτερικό της κοινωνίας.
Η αυτοκρατορική φρουρά ήταν σχεδόν αδιαχώριστη από τον όλο κρατικό μηχανισμό και δεν ήταν σπάνιο να ανεβάζει και να κατεβάζει αυτοκράτορες (όπως τη δολοφονία του Καλιγούλα), για τέτοια δύναμη μιλάμε. Από την ίδρυσή της το 27 π.Χ. από τον Αύγουστο μέχρι και την οριστική της διάλυση το 312 μ.Χ. από τον Κωνσταντίνο, η Πραιτωριανή Φρουρά ήταν το επίλεκτο σώμα των ρωμαϊκών δυνάμεων. Το σώμα αποτελούταν από 9 κοόρτεις (αργότερα έγιναν 10) των 1.000 αντρών η καθεμία. Όλα τα μέλη του ήταν ιταλοί εθελοντές, η δε αμοιβή τους ήταν διπλάσια ή τριπλάσια από τις απολαβές ενός λεγεωνάριου. Ο Τιβέριος κράτησε το επίλεκτο σώμα συγκεντρωμένο στη Ρώμη χτίζοντας οχυρωμένους στρατώνες στα τείχη της πόλης και παρέχοντάς του ακόμα πιο αυξημένες αρμοδιότητες.
Μολονότι κάποιες από τις κοόρτεις μπορεί να στέλνονταν σε ξένες χώρες, τρεις ήταν πάντοτε εγκατεστημένες στη Ρώμη και μία από αυτές κατέλυε σε ειδικούς στρατώνες που επικοινωνούσαν απευθείας με το ανάκτορο του αυτοκράτορα. Εφόσον η Πραιτωριανή Φρουρά ήταν βασικά το μοναδικό μόνιμο στρατιωτικό σώμα στην Ιταλία, κατέληξε να αποτελεί ισχυρή πολιτική δύναμη όσον αφορά στην υποστήριξη ή την ανατροπή του αυτοκράτορα. Με τον καιρό, το μέγεθος και η σύσταση της Πραιτωριανής Φρουράς άλλαξαν και πλέον γίνονταν δεκτοί σε αυτή ακόμη και άντρες από τις επαρχίες, παραμένοντας πάντα το πλέον αξιόμαχο ρωμαϊκό σώμα…

Η Βυζαντινή Βαράγγια Φρουρά

Την ώρα που ο πανίσχυρος βυζαντινός στρατός χρησιμοποιούσε πολλές μισθοφορικές εθνοτικές ομάδες, με πολλές από αυτές να λειτουργούν ως ειδικά επίλεκτα σώματα, και μια σειρά ακόμα από τάγματα να μεταμορφώνονται σε ελίτ προσωπικές φρουρές του αυτοκράτορα και των συγκλητικών οίκων του Βυζαντίου (όπως οι εξκουβίτορες και οι βουκελάριοι), ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στους θρυλικούς Βάραγγους, απογόνους των πρώτων Βίκινγκς που κατοικούσαν σε οικισμούς της σημερινής Ουκρανίας, Ρωσίας και Λευκορωσίας και ο πρίγκιπας του Κιέβου, Βλαδίμηρος Α’, έστειλε ως δώρο στον βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο Β’ περί το 988 μ.Χ. Η αγριότητα και η απαράμιλλη ανδρεία τους στη μάχη οδήγησαν τους βάραγγους μισθοφόρους να ενταχθούν στις τάξεις των πλέον παντοδύναμων στρατών της Μεσογείου.
Στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Βασίλειος Β’ σχημάτισε την επίλεκτη βασιλική του φρουρά αποκλειστικά από Βάραγγους, καθώς φοβόταν τις ίντριγκες και τις δολοπλοκίες της αυλής του. Για τους επόμενους δύο αιώνες, η Βαράγγια Φρουρά θα γινόταν ο φόβος και ο τρόμος της αυτοκρατορίας, επεμβαίνοντας σε διαμάχες και επιβάλλοντας τον νόμο. Το επίλεκτο σώμα των Βάραγγων ξεθώριασε με την παρακμή του Βυζαντίου, όμοια με τους Πραιτωριανούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αφού έδωσαν βέβαια ένα καλό μάθημα στους Σταυροφόρους που άλωσαν την Κωνσταντινούπολη το 1204…

Οι Κατάφρακτοι

Ο ελληνικός και αργότερα ρωμαϊκός όρος «κατάφρακτος» αναφερόταν στο πολύ καλά θωρακισμένο και πάνοπλο ιππικό που χρησιμοποιούσαν οι λαοί της Ανατολής, όπως οι Πέρσες, οι Πάρθοι, οι Σασανίδες κ.λπ. Η ολόσωμη θωράκιση τόσο του αλόγου όσο και του ιππέα έκαναν το ιδιαίτερο αυτό σώμα ιδιαίτερα αποτελεσματικό στο πεδίο της μάχης, τόσο μάλιστα που σύντομα Ρωμαίοι και Βυζαντινοί θα το υιοθετούσαν στις πολεμικές τους μηχανές.
Από ανασκαφές στην Κεντρική Ασία, ξέρουμε σήμερα ότι οι παλιότερες εκδοχές των κατάφρακτων όργωναν τις στέπες της Ασίας ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., αν και με τη μορφή του πάνοπλου και θωρακισμένου μέχρι τα νύχια έφιππου πολεμιστή που τους ξέρουμε θα έπρεπε να περιμένουμε μερικούς ακόμα αιώνες για να εμφανιστούν. Ασσύριοι, Πέρσες και ιδιαίτερα οι Αχαιμενίδες χρησιμοποιούσαν για αιώνες το επίλεκτο σώμα, πριν οι επίγονοι του Αλεξάνδρου και ειδικά οι Σελευκίδες το εισάγουν στον στρατό τους.
Ο βασιλιάς των Σελευκιδών, Αντίοχος Γ’ ο Μέγας, θεωρείται ο πρώτος που οργάνωσε τάγματα στα πρότυπα του ανατολίτη κατάφρακτου και αυτά πήραν στα σίγουρα μέρος στις μάχες κατά των Πτολεμαίων και των Ρωμαίων περί τα 200-180 π.Χ. Κι έτσι πέρασαν αργότερα στο ρωμαϊκό στράτευμα, το οποίο επιζητούσε να εντάξει τα καλύτερα ξένα στοιχεία στην πολεμική του μηχανή, με τους πρώτους ρωμαίους κατάφρακτους να εμφανίζονται πλάι στις λεγεώνες κάπου δύο αιώνες αργότερα.
Κι έτσι οι πέρσες, σκύθες και πάρθες κατάφρακτοι έφτασαν μέχρι και τη βυζαντινή αυτοκρατορία ακόμα, πριν μετατραπούν στον κλασικό ιππότη της μεσαιωνικής Ευρώπης. Από τους Βασιλικούς Κατάφρακτους των Περσών μέχρι και τους βυζαντινούς αντίστοιχούς τους, ο περίφημος ιππέας ήταν πάντα τρομερός και πειθαρχημένος πολεμιστής, αν και σαφώς λιγότερο ευέλικτος από τους άλλους ιππείς. Στο Βυζάντιο γνώρισαν ιδιαίτερη δόξα πλάι στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, καθώς πλέον ένα ακόμα πιο βαριά οπλισμένο σώμα κατάφρακτων είχε εμφανιστεί, οι διαβόητοι Κλιβανοφόροι! 

Οι Πολεμιστές-Ιαγουάροι και οι Πολεμιστές-Αετοί των Αζτέκων

Ας αφήσουμε όμως αυτή τη γωνιά του κόσμου και ας πεταχτούμε μέχρι την Αμερική των αυτοχθόνων για να δούμε ένα από τα πλέον ελίτ σώματα των εκεί πολιτισμών. Η αριστοκρατική τάξη των αζτέκων πολεμιστών σχημάτιζε συχνά ακόμα πιο επίλεκτα σώματα, που αποτελούνταν από ανώτερης ικανότητας μαχητές όπως οι Αετοί, οι Ιαγουάροι ή οι τρομακτικοί «Κουρεμένοι».
Οι γιοι των ευγενών εντάσσονταν σε μια από τις τρεις ελίτ πολεμικές ομάδες και ανέβαιναν τα σκαλιά της ιεραρχίας ανάλογα με τις επιδόσεις τους, ενώ ακόμα και σε κοινούς θνητούς που είχαν όμως διακριθεί σε πολλές μάχες δινόταν η ευκαιρία να περιληφθούν στα ανώτερα αυτά σώματα (έπρεπε να είχε πιάσει τουλάχιστον 4 αιχμαλώτους στη μάχη). Οι πολεμιστές-ιαγουάροι ήταν κάτι σαν ιππότες. Δεν είχαν βέβαια άλογα και γυαλιστερές πανοπλίες, φορούσαν ωστόσο το δέρμα του αιλουροειδούς και κάλυπταν την κεφαλή τους με τις ανοιχτές σιαγόνες του ιαγουάρου. Έφεραν ρόπαλα και τσεκούρια και η φήμη τους ως πολεμιστές τους είχε κατατάξει στα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής ιεραρχίας των Αζτέκων.
Όταν μάλιστα οι ισπανοί κονκισταδόρες αποβιβάστηκαν στα εδάφη των Αζτέκων, ήταν οι πολεμιστές-ιαγουάροι που βγήκαν στο κατόπι των κατακτητών. Τα ρόπαλα ωστόσο δεν μπορούσαν να έχουν καμία τύχη ενάντια στα όπλα των Ισπανών. Πολεμιστές-ιαγουάροι και πολεμιστές-αετοί ήταν τα πιο ετοιμοπόλεμα σώματα του αμερικανικού πολιτισμού, στρατοπεδευμένα πάντα στην πρωτεύουσα Τενοχτιτλάν, αυτά που όταν έβγαιναν από τους στρατώνες τους δεν ήταν ποτέ για καλό σκοπό. Αργότερα μάλιστα έκανε την εμφάνισή του ένα ακόμα πιο ελίτ τάγμα, οι Κουρεμένοι, κάτι σαν προσωπική φρουρά του αρχιστράτηγου των Αζτέκων.
Όπως υποδεικνύει και το όνομά τους, είχαν τα κεφάλια τους ξυρισμένα εκτός από μια μακριά πλεξούδα πάνω από το αριστερό αυτί, ενώ δεν ήταν σπάνιο να βάφουν το μισό τους κεφάλι μπλε και το άλλο κίτρινο (ή και κόκκινο καμιά φορά). Έπαιρναν ιερούς όρκους να μην οπισθοχωρούν ποτέ στη μάχη, ενώ οποιαδήποτε ένδειξη δειλίας τιμωρούταν επιτόπου με θάνατο από τους συμπολεμιστές τους. Ήταν εξάλλου οι καλύτεροι των καλυτέρων, ένα τρανό παράδειγμα πειθαρχίας και στρατιωτικής αποτελεσματικότητας…

Οι «Τρελαμένοι» των Βίκινγκς

Οι διαβόητοι Berserkers των Βίκινγκς, αυτοί που πολεμούσαν δηλαδή σε κατάσταση «άγριας φρενίτιδας», ήταν το ελίτ σώμα του στρατού που έμεινε γνωστό από τον μανιασμένο, σχεδόν υστερικό, τρόπο που εφορμούσε και το μάτι που γυάλιζε! Χωρίς πανοπλίες ή οποιασδήποτε μορφής θωράκιση, το επιβλητικό σώμα κατέβαινε στο πεδίο της μάχης φορώντας προβιές αρκούδας ή λύκου, ενώ δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο να πολεμούν γυμνόστηθοι.
Σκότωναν, βίαζαν, έκαιγαν και λεηλατούσαν χωριά σαν να μην υπήρχε αύριο, κάτι που έκανε τον εχθρό τους να ορκίζεται ότι μεταμορφώνονταν πράγματι σε άγρια θηρία! Ήταν τέτοια η ικανότητά τους στη μάχη που τους έκανε ιδανικούς για βασιλικούς σωματοφύλακες, κάτι που έφερνε τη μήνη των άλλων συμπολεμιστών τους. Πολεμούσαν μάλιστα σε κατάσταση προχωρημένης μέθης και δεν ήταν σπάνιο να στρέφονται ακόμα και κατά των δικών τους, καθώς τα μεθυσμένα αιμοδιψή τους ένστικτα σπάνια δαμάζονταν.
Όσο για το πώς έπεφταν στη διαβόητη «άγρια φρενίτιδα», αυτό αποτελούσε μυστήριο ακόμα και για τους συγχρόνους τους, πρέπει πάντως να επιδίδονταν σε λατρευτικές τελετουργίες και να κατανάλωναν αλκοόλ και παραισθησιογόνες ουσίες που τους έβγαζαν εκτός εαυτού. Άλλοι ακαδημαϊκοί ισχυρίζονται ότι έπεφταν σε κατάσταση μαζικής ύπνωσης, καθώς οι πολεμικές τους ημέρες μόνο συνηθισμένες δεν ήταν ακόμα και για τους «βάρβαρους» Βόρειους…

Οι Σωματοφύλακες του Μογγόλου Αυτοκράτορα

Οι Μογγόλοι Keshik («Ευλογημένοι» στα μογγολικά), η αυτοκρατορική φρουρά του Τζένγκις Χαν και των διαδόχων του δηλαδή, εξελίχθηκαν σταδιακά στο πλέον ελίτ σώμα των κατακτητικών ορδών του τρομερού στρατηλάτη. Από μια χούφτα αρχικά επίλεκτων αντρών μεταμορφώθηκαν σε ένα αποτελεσματικότατο τάγμα χιλιάδων αντρών, που στα χρόνια του Κουμπλάι Χαν αριθμούσε 12.000 άρτια εκπαιδευμένους μαχητές.
Πέρα από την προστασία του Χαν με τη ζωή τους, οι Κeshik αναλάμβαναν πολλούς ακόμα ρόλους και τμήματά τους είχαν εξελιχθεί σε τοξότες, οπλίτες, ιππείς, αλλά και σε βασιλικούς μάγειρες, γραφιάδες και προσωπικούς υπηρέτες του αυτοκράτορα. Τμήματα των αυτοκρατορικών σωματοφυλάκων παρέμεναν στις πόλεις που έπεφταν στα χέρια των μογγολικών ορδών, γι’ αυτό και αυξήθηκε τόσο ο αριθμός τους, καθώς μιλάμε για μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν στα πέρατα της Ευρασίας!
Εξαιτίας μάλιστα της δύναμης που είχαν συγκεντρώσει, διαδραμάτιζαν πια κεφαλαιώδη ρόλο στις εσωτερικές εξελίξεις της αυτοκρατορίας, όμοια με την Πραιτωριανή Φρουρά των Ρωμαίων. Στα χρόνια του Τζένγκις, οι Κeshik χωρίζονταν σε τέσσερα πολεμικά τμήματα και ξεχώριζαν από κάθε άλλο τάγμα του στρατού, αμειβόμενοι ακόμα καλύτερα και από ανώτερους αξιωματικούς. Μπορούσαν ωστόσο να πολεμούν ακόμα και τρεις μέρες στη σειρά, μια ικανότητα που επιβράβευε πλουσιοπάροχα ο φοβερός μογγόλος ηγεμόνας…

Οι τοξότες του Εδουάρδου Γ’

Ήταν το βρετανικό Τοξοβολικό Δίκαιο του 13ου αιώνα (1252 μ.Χ.) που διασφάλισε το γεγονός ότι οι Βρετανοί θα μετατρέπονταν στους καλύτερους ίσως τοξότες της μεσαιωνικής Ευρώπης: κάθε βρετανός πολίτης μεταξύ 15-60 ετών ήταν πια υποχρεωμένος διά νόμου να φέρει τόξο και φαρέτρα. Ο Εδουάρδος Γ’ πήγε το πράγμα ακόμα πιο μακριά όταν εξέδωσε φιρμάνι το 1363 με το οποίο διέταξε την υποχρεωτική εξάσκηση της τοξοβολίας τις Κυριακές και τις αργίες, με τη μη συμμόρφωση να επιφέρει τον ατιμωτικό θάνατο!
Το επίλεκτο σώμα ωστόσο που σχηματίστηκε με τους πολίτες-τοξότες έμελλε να μετατραπεί σε ένα από τα πλέον τρομακτικά που είχε δεν ποτέ η Ευρώπη. Τρανό παράδειγμα λειτουργεί εδώ ο Εκατονταετής Πόλεμος και ειδικά η Μάχη του Κρεσί (1346) κατά των Γάλλων, με τις εκτιμήσεις της εποχής να θέλουν τους Άγγλους να μην έχουν καμιά τύχη: 12.000 άγγλοι στρατιώτες, από τους οποίους 6.000 ήταν τοξότες(!) και 6.000 οπλίτες, απέναντι σε 35.000-40.000 σιδερόφραχτους γάλλους ιππείς και οπλίτες. Κι ενώ οι προβλέψεις ήταν φυσικά με το μέρος των γάλλων ιπποτών, οι τοξότες του Εδουάρδου δημιούργησαν μια θύελλα από θανατηφόρα βέλη (υπολογίζονται σε ένα βέλος ανά 4 δευτερόλεπτα για κάθε τοξότη!) που κομμάτιασε τις σιδερένιες πανοπλίες των ιπποτών αποδεκατίζοντάς τους κυριολεκτικά.
Οι απώλειες για τους Γάλλους ανήλθαν σε 30.000 άντρες την ώρα που οι Άγγλοι έχασαν λιγότερους από 1.000, με τον θρίαμβο να επαναλαμβάνεται και στις επόμενες μάχες (όπως στο Πουατιέ το 1356) παραδίδοντας έτσι τη Νορμανδία σχεδόν αμαχητί στα χέρια των Βρετανών. Οι φαρμακεροί τοξότες του Εδουάρδου Γ’ έδωσαν οριστικό τέλος στους ιπποτικούς πολέμους, εγκαινιάζοντας πια νέες στρατηγικές μάχης, καθώς η ικανότητα των άγγλων τοξοτών έμεινε απαράμιλλη: ο πανίσχυρος γάλλος ιππότης νικήθηκε από τον άγγλο χωρικό με το τόξο! Που ήταν πια αναγκαστικά επίλεκτο σώμα, καθώς άλλαξε μεμιάς τον τρόπο διεξαγωγής του μεσαιωνικού πολέμου…

Οι Ιωαννίτες (Ιππότες της Μάλτας) και οι Ναΐτες Ιππότες

Οι περίφημοι Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ πήραν το όνομά τους από το μοναστικό τάγμα της πόλης κατά την περίοδο των Σταυροφοριών. Ήταν στην ουσία μοναχοί με άρτια στρατιωτική εκπαίδευση και έγιναν σύμβολο της εικόνας του Σταυροφόρου από το 1099 μ.Χ., όταν και ιδρύθηκαν ως απλοί προστάτες του ομώνυμου νοσοκομείου των Αγίων Τόπων.
Σύντομα μετατράπηκαν από τραυματιοφορείς σε σωματοφύλακες των χριστιανικών προσκυνηματικών καραβανιών, πριν εξελιχθούν σε στρατιωτική αιχμή του δόρατος των επιχειρήσεων κατά των μικροβασιλείων και των φρουρίων της Μέσης Ανατολής. Πλέον οι μοναχοί ήταν πολεμιστές τρομεροί και φόβος και τρόμος για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής. Αν και η μεγαλύτερη στιγμή τους δεν ήρθε ωστόσο στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, αλλά στη Ρόδο αρχικά (Ιππότες της Ρόδου) και κυρίως στη Μάλτα: οι Ιωαννίτες κατέλαβαν το μικρό νησί της Μεσογείου, μετονομάστηκαν σε Ιππότες της Μάλτας και εγκαθίδρυσαν την ηγεμονία τους για μπόλικους αιώνες! Το 1565 οι Οθωμανοί προσπάθησαν να καταλάβουν το νησί, για να συναντήσουν τη μανιασμένη αντίσταση των ιπποτών: έπειτα από 5 μήνες πολιορκίας, οι δυνάμεις των Τούρκων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις ορέξεις τους για κατάληψη της νήσου.
Η μεγαλειώδης νίκη των ιπποτών έπληξε το αήττητο του οθωμανικού στρατού και έγινε σύμβολο της χριστιανικής αντίστασης σε όλη την Ευρώπη. Την ίδια ώρα, το δεύτερο περίφημο μοναστικό στρατιωτικό τάγμα των ρωμαιοκαθολικών στους Αγίους Τόπους, οι Ναΐτες Ιππότες, ιδρύθηκαν από την αρχή ως υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ από τις ισλαμικές ορέξεις, στον απόηχο της Α’ Σταυροφορίας (1118 μ.Χ.). Ως ένα από τα πρώτα μοναστικά στρατιωτικά τάγματα της Ιστορίας, οι περίφημοι Ναΐτες εξασφάλισαν την παπική εύνοια του Ιννοκέντιου Β’, έφτασαν να ελέγχουν μεγάλες περιοχές, απέκτησαν κύρος, πρωτόγνωρη εξουσία και αμύθητα πλούτη, που ξεπερνιόνταν ίσως μόνο από την ικανότητά τους στη μάχη. Όπως το ήθελε εξάλλου και ο θρύλος, η αναλογία της εποχής ήταν ένας Ναΐτης Ιππότης για κάθε τρεις εχθρούς!
Οι Στρατιώτες του Χριστού, όπως έμειναν γνωστοί όταν μετατράπηκαν από θρησκευτικό τάγμα σε στρατιωτικό, απέκτησαν ερείσματα στην Ευρώπη, είτε απευθείας μέσω βασιλικών δωρεών είτε μέσω εξαγοράς εδαφών με τον απίστευτο πλούτο τους, και το μεγαλύτερο μέρος τους εγκαθίσταται πια στην Ευρώπη (Ισπανία, Πορτογαλία, Γαλλία και Ιταλία κυρίως). Πλέον όμως ήταν τραπεζίτες και οικονομική ελίτ, κάτι που ανάγκασε τον βασιλιά Φίλιππο Δ’ της Γαλλίας να συλλάβει πολλούς από δαύτους, ενώ με τη μεσολάβηση του Πάπα το τάγμα διαλύθηκε. Ήταν το τέλος των Ναΐτών Ιπποτών, αν και η στρατιωτική τους φήμη είχε ήδη ξοφλήσει εδώ και χρόνια…

Οι Ασασίνοι

Στον 12ο και 13ο αιώνα, μια αποσχισθείσα σέχτα Νιζαριτών Ισμαηλιτών βρήκε την πολιτική και στρατιωτική φωνή της στους Ασασίνους. Καθώς η Μέση Ανατολή συνταρασσόταν από τις Σταυροφορίες και τις εισβολές των σελτζούκων πολέμαρχων, οι Ασασίνοι (το όνομα των οποίων φημολογείται ότι προέρχεται από την τάση του τάγματος να εντρυφεί στο χασίς, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τους Σταυροφόρους) ανέλαβαν το δύσκολο έργο να υπερασπιστούν τα εδάφη τους από τους χριστιανούς κατακτητές και τις τουρκικές δυναστείες, θεωρώντας τους σουνίτες χαλίφηδες ακόμα χειρότερους και από τους χριστιανούς εισβολείς.
Ο Χασάν-ι-Σαμπάχ, που ίδρυσε το τάγμα των Ασασίνων κάποια στιγμή του 11ου αιώνα στο μακρινό Ιράν, οδήγησε τους ακολούθους του στη σημερινή βορειοδυτική Συρία. Οι Ασασίνοι έφτιαξαν κάποια στιγμή και δικό τους βασίλειο πάνω στα βουνά. Το τάγμα ήταν πρακτικά ανίκητο, ενώ ο χειρισμός του γιαταγανιού έμεινε στην Ιστορία. Οι Ασασίνοι ήταν τόσο έμπειροι και επιδέξιοι στον ανταρτοπόλεμο και τις πολιτικές δολοφονίες των αντιπάλων τους, που η αγγλική λέξη για τον δολοφόνο «assassin» έλκει την καταγωγή της από το περίφημο τάγμα των Ασασίνων!
Το σιιτικό στρατιωτικό-θρησκευτικό τάγμα με τις τόσες πολιτικές δολοφονίες στη φαρέτρα του σκόρπισε τον τρόπο στη Μέση Ανατολή για τουλάχιστον ενάμιση αιώνα, μέχρι να το διαλύσουν οι μογγολικές ορδές στα ορμητήριά του στην Περσία και οι Μαμελούκοι στα εναπομείναντα κάστρα του στη Μέση Ανατολή (γύρω στο 1265 μ.Χ.)…

Οι Ιάπωνες Σαμουράι

Σε ολάκερα τα παγκόσμια στρατιωτικά χρονικά, ο πολεμιστής σαμουράι στέκει μόνος εκεί στην κορυφή. Κι αυτό γιατί στρατούς έχει αντικρύσει η οικουμένη φοβερούς, από τους Ούννους του Αττίλα μέχρι και τις ρωμαϊκές λεγεώνες, αν και σε όρους εκπαίδευσης και αποτελεσματικότητας μονάδας οι σαμουράι δεν έχουν όμοιό τους. Οι θανάσιμες αυτές πολεμικές μηχανές έφερναν όλεθρο στο πέρασμά τους εφαρμόζοντας απλώς τον γαλήνιο στοχασμό του ζεν βουδισμού!
Οι πολεμιστές της παραδοσιακής Ιαπωνίας οργανώθηκαν στην Περίοδο Έντο (1603-1867) ως επίλεκτα σώματα στρατού και σωματοφύλακες αριστοκρατών, ανεβαίνοντας μέχρι και στα ανώτερα κλιμάκια των ιαπωνικών κοινωνικών τάξεων. Παρά το γεγονός ότι ήταν αχτύπητοι σε μια πληθώρα όπλων, από τόξα μέχρι και δόρατα, το κύριο σύμβολό τους ήταν το ιδιαίτερο σπαθί κατάνα. Και βέβαια ζούσαν πάντα σύμφωνα με τον ηθικό και κοινωνικό κώδικα του Μπουσίντο (τον «τρόπο του πολεμιστή»): κομφουκιανικής σύλληψης, το Μπουσίντο επέβαλε τυφλή υποταγή στον ηγεμόνα, αυστηρή πειθαρχία και αυτοσεβασμό, αλλά και μια σειρά ηθικών επιταγών και κοινωνικών συμπεριφορών.
Οι σαμουράι εμφανίστηκαν ως πληρωμένοι μισθοφόροι ανεξάρτητων γαιοκτημόνων που είχαν αποκοπεί από την κεντρική διακυβέρνηση και επιζητούσαν προσωπικές φρουρές για την προστασία τους. Σύντομα οι γαιοκτήμονες απέκτησαν ζηλευτή δύναμη και τα έβαλαν με τον αυτοκράτορα προσπαθώντας να αποκτήσουν τελικά τον έλεγχο ολόκληρης της Ιαπωνίας. Ο Μιναμότο Γιοριτόμο ξεπήδησε νικητής από τις εχθροπραξίες και έστησε τη νέα στρατιωτική κυβέρνησή του το 1192, με τους σογκούν να είναι πλέον οι νέοι διοικητές. Κι έτσι οι σαμουράι θα κυριαρχούσαν στα εδάφη της χώρας για το περισσότερο τμήμα από τα επόμενα 700 χρόνια!
Την περίοδο του 15ου και 16ου αιώνα, με την Ιαπωνία να διαμελίζεται και πάλι σε δεκάδες ανεξάρτητα κρατίδια που πολεμούσαν συνεχώς μεταξύ τους, η πρωτοκαθεδρία των σαμουράι απειλήθηκε από ένα νέο είδος πολεμιστή: είναι η εποχή των νίντζα, των πολεμικών μηχανών που ειδικεύονταν στον αντισυμβατικό ανταρτοπόλεμο δηλαδή! Αν και οι σαμουράι έμελλε να επιβιώσουν και να μη χάσουν τα σκήπτρα ως η πλέον επίλεκτη μονάδα της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας.
Κι έτσι όταν στην Περίοδο Έντο η Ιαπωνία επανενώθηκε, ο σαμουράι ξεπήδησε πια στην κορυφή του ταξικού συστήματος της χώρας: ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να φέρουν σπαθί και πληρώνονταν αδρά από τους κύρηδές τους. Η φεουδαρχική Ιαπωνία έφτασε οριστικά στο τέλος της το 1868, με την πτώση της να συμπαρασύρει τελικά την τάξη των σαμουράι στην παρακμή: το τέλος είχε έρθει για μια θανάσιμη πολεμική παράδοση τόσων αιώνων…



ΠΗΓΗ
Alexiptoto

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Ήθη και έθιμα της Αποκριάς




Απόκριες ονομάζονται οι τρεις εβδομάδες πριν από την Καθαρή Δευτέρα οπότε αρχίζει και η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Ονομάστηκαν έτσι επειδή, τη περίοδο αυτή, συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας». 

Ανάλογη με την ελληνική λέξηΑποκριά είναι και η λατινική λέξη καρναβάλι (Carneval,carnavale, από τις λέξεις<Carne=κρέας και Vale=περνάει).


Το κύριο γνώρισμα των Αποκριών είναι οι μεταμφιέσεις τις οποίες συναντάμε σε ολόκληρη την Ελλάδα, καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το όνομα των μεταμφιεσμένων διαφέρει από τόπο σε τόπο: κουδουνάτοι, καμουζέλες, μούσκαροι αλλά το κοινότερο είναι μασκαράδες και καρνάβαλοι που προέρχεται από τις ιταλικές λέξεις maschera και carnevale.
Στην Ελλάδα υπάρχει πληθώρα εθίμων που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Ας γνωρίσουμε κάποια από αυτά.

Πλέκοντας κορδέλες στο Γαϊτανάκι!
Από τα πιο γνωστά πανελλαδικά έθιμα, που διατηρούνται αυτούσια ως τις μέρες μας, είναι το γαϊτανάκι. Το γαϊτανάκι είναι ένας χορός που δένει απόλυτα με το χρώμα και το κέφι της απόκριας.
Δεκατρία άτομα χρειάζονται γι’ αυτόν το χορό. Ο ένας κρατά ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο, από την κορυφή του οποίου κρέμονται 12 μακριές κορδέλες, διαφορετικού χρώματος η καθεμιά. Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και δίνουν το όνομά τους στο έθιμο. Οι υπόλοιποι δώδεκα χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν σε ζευγάρια. Καθώς κινούνται γύρω από το στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του κι έτσι πλέκουν τις κορδέλες πάνω του δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς. Όταν πια οι κορδέλες τυλιχτούν στο στύλο και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά σε αυτόν, τότε ο χορός τελειώνει και το στολισμένο γαϊτανάκι μένει να θυμίζει το αποκριάτικο πνεύμα.

ΘΡΑΚΗ

 

ΞΑΝΘΗ
Το κάψιμο του Τζάρου στην Ξάνθη
Το έθιμο αυτό το έφεραν οι πρόσφυγες από το Σαμακώβ της Ανατολικής Θράκης και αναβιώνει κάθε χρόνο από τους κατοίκους του συνοικισμού, ο οποίος βρίσκεται στη γέφυρα του ποταμού Κόσυνθου. Ο Τζάρος ή Τζάρους, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ήταν ένα κατασκευασμένο ανθρώπινο ομοίωμα τοποθετημένο πάνω σε ένα σωρό από πουρνάρια.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς καιγόταν σε κέντρο αλάνας, πλατείας ή σε υψώματα για να μην έχουν το καλοκαίρι ψύλλους. Η ονομασία «Τζάρος» προήλθε από τον ιδιόρρυθμο ήχο που δημιουργούσε η καύση του θάμνου «τζ,τζ,τζ...». Μετά την ολοκλήρωση του εθίμου, ακολουθεί ένα φαντασμαγορικό θέαμα με πυροτεχνήματα.

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας σε πολλές περιοχές της Ελλάδας υπήρχαν πολλοί Τούρκοι. Κάποιοι από αυτούς είχαν μεγάλες περιουσίες και οι κάτοικοι τους ονόμαζαν «Μπέηδες». Ο Μπέης εκείνη την εποχή ζούσε όπως ένας Αγάς. Είχε πάντα στο σπίτι του, την καλύτερη κοπέλα του χωριού, το γιατρό του, τη νοσοκόμα, τους σωματοφύλακές του και κάποιον έμπιστο δικαστικό για να τιμωρεί τους παραβάτες. Οι συνθήκες εκείνης της εποχής ήταν πάρα πολύ δύσκολες και για να επιβιώσει κανείς, πήγαινε και δούλευε στις δουλειές του Μπέη για ένα κομμάτι ψωμί. Πολλοί από τους κατοίκους του χωριού αντιδρούσαν σ’ όλη αυτή την εκμετάλλευση οπότε και ξεσηκώθηκαν να διαμαρτυρηθούν να σταματήσει αυτό το καθεστώς που επικρατούσε, πράγμα που το κατάφεραν.
Οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν στους Έλληνες να συγκεντρώνονται και να μιλάνε ελεύθερα. Μετά από προσπάθειες τους επέτρεπαν να συγκεντρώνονται την Αποκριά, να μιλούν ελεύθερα και να λύνουν τα προβλήματά τους. Σιγά-σιγά μπορούσαν να σατιρίζουν τους Τούρκους και να τους πειράζουν, μόνο εκείνη τη μέρα. Το έθιμο συνεχίστηκε, και μετά την απελευθέρωση γινόταν σαν γιορτή για την απελευθέρωση από την εκμετάλλευση των Τούρκων. Κράτησε, και με τα χρόνια αύξησε το σατιρικό και περιπαικτικό χαρακτήρα του.
Το έθιμο του «Μπέη», περιέχει διονυσιακά στοιχεία και έχει σατιρικό χαρακτήρα. Ο Μπέης είναι ώριμος άντρας με μουστάκι, ντυμένος με «γούνα», βαμμένος με κοκκινάδι, πολλά στολίδια, φέσι, μπότες και φέρει μαζί του ραβδί, πιστόλια και ναργιλέ. 

Φυσικά δεν είναι μόνος του, έχει και τη συνοδεία του. Προηγείται όλων ο τελάλης, ακολουθεί η φρουρά του Μπέη, έπειτα ο ίδιος, οι αυλικοί και οι γεωργοί. Το ντύσιμο σχεδόν όλων των προσώπων βασίζεται σε ρούχα παλαιότερων εποχών και στον αυτοσχεδιασμό. 

Αφού τελειώσει η «γύρα» του μπέη, γίνεται αναπαράσταση των τοπικών εργασιών (όργωμα, θερισμός) από τους γεωργούς. Ακολουθεί γαϊδουροδρομία και ρωμαϊκή πάλη. Μετά την ολοκλήρωση της ρωμαϊκής πάλης, ο κόσμος μαζεύεται στις ταβέρνες και μαζί με το προσωπικό του Μπέη πίνει και διασκεδάζει με παραδοσιακά όργανα της περιοχής.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

 

ΚΑΣΤΟΡΙΑ
Οι Μπουμπούνες της Καστοριάς!
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, στις πλατείες της Καστοριάς και στα χωριά στήνονται μεγάλες φωτιές, τηρώντας ένα προχριστιανικό έθιμο που ακούει στο όνομα Μπουμπούνες.
Οι μεγαλύτερες μπουμπούνες είναι της πλατείας Ντουλτσού, της γειτονιάς του Απόζαρι, της πλατείας Ομονοίας και της γειτονιάς του παλαιού Νοσοκομείου. Γύρω από την αναμμένη μπουμπούνα, οι παρευρισκόμενοι πίνουν και γεύονται εδέσματα της μέρας της Αποκριάς, που καταναλώνονται εν όψει της Καθαράς Δευτέρας. Λαϊκές ορχήστρες παίζουν τοπικούς παραδοσιακούς σκοπούς και ακολουθεί χορός μέχρι να σβήσει η μπουμπούνα  και να πάρει μαζί της τα κακά πνεύματα, ώστε ο εξαγνισμός της Σαρακοστής να ξεκινήσει χωρίς αυτά.
Στα σπίτια, οι νοικοκυραίοι τηρούν το έθιμο του “Χάσκαρη”. Είναι ένα συμβολικό έθιμο που πραγματοποιείται στα σπίτια της Καστοριάς επίσης την τελευταία Κυριακή της αποκριάς. Μετά το βραδινό φαγητό διασκεδάζουν όλοι με τις προσπάθειες που καταβάλουν όλα τα μέλη της οικογένειας για να “πιάσουν” με το στόμα ολάνοιχτο το βρασμένο αυγό που τους προσφέρεται με τη βοήθεια ενός ξύλινου ραβδιού και μιας κλωστής στην οποία δένεται το αυγό. Ο συμβολισμός του χάσκαρη έχει να κάνει με τη σαρακοστή. Με αυγό κλείνει το στόμα για την νηστεία, με αυγό ανοίγει ξανά το βράδυ της ανάστασης.


ΚΟΖΑΝΗ
Ο “Φανός” της Κοζάνης 
Η κοζανίτικη Αποκριά είναι το πιο γνήσιο, λαϊκό και αυθεντικό έθιμο της πόλης. Ένα ζωντανό έθιμο που στηρίζεται στην αυθόρμητη συμμετοχή των κατοίκων, αναβιώνοντας μια παράδοση, οι ρίζες της οποίας χάνονται στα βάθη του χρόνου. Γλέντι και ξεφάντωμα με φαγητό, κρασί, χορό, τραγούδι και αθυροστομία χωρίς όρια είναι τα χαρακτηριστικά των εκδηλώσεων.
«Οι Φανοί» είναι μεγάλες φωτιές που ανάβουν στις διάφορες γειτονιές της Κοζάνης και οι ντόπιοι τραγουδούν αποκριάτικα τραγούδια (στο τοπικό ιδίωμα), που σατιρίζουν καταστάσεις και πρόσωπα. Κατά τη διάρκεια της Αποκριάς, κάθε μέρα μια γειτονιά ανάβει τον δικό της «Φανό», ενώ το βράδυ της Κυριακής (της Μεγάλης Αποκριάς) ανάβουν όλοι οι «Φανοί» σ' όλες τις γειτονιές και η πόλη ζει ένα ξέφρενο παραδοσιακό γλέντι ως το πρωί.


ΣΟΧΟΣ
Οι «Κουδουνοφόροι Τράγοι» την περίοδο της Αποκριάς γεμίζουν τους δρόμους του Σοχού. Ομάδες μεταμφιεσμένων με μαύρες γιδοπροβιές, ζωσμένοι με τέσσερα ογκώδη σιδερένια κουδούνια, παρουσιάζονται από παντού, χοροπηδούν και σείουν τα κουδούνια τους ενώ τραγουδούν με γοερή φωνή.



ΔΡΑΜΑ
Ο Καλόγερος στο Καλαμπάκι Δράμας
Την Καθαρά Δευτέρα στη Δράμα αναβιώνει ένα από τα πιο σημαντικά δρώμενα του ελληνικού ιστορικού χώρου, που οι ντόπιοι ονομάζουν «Καλόγερο». Οι ρίζες του ανάγονται σε πανάρχαιες τελετές, κατά τις οποίες οι άνθρωποι ζητούσαν από τις ανώτερες δυνάμεις να επενεργήσουν στη βλάστηση και να γονιμοποιήσουν τη γη. Στις μέρες μας, το έθιμο υπενθυμίζει και υπογραμμίζει την εξάρτηση του ανθρώπου από τη φύση. Ο Καλόγερος φορά δέρματα ζώων και μεταμφιέζεται σε ζώο ενώ στη μέση έχει δεμένα κουδούνια, ένα εκ των οποίων είναι σύμβολο γονιμότητας και επισκέπτεται μαζί με άλλους μεταμφιεσμένους όλα τα σπίτια του χωριού. Μετά τις επισκέψεις, ο «Καλόγερος» συνεχίζει με το μιμητικό όργωμα και τη σπορά των χωραφιών του χωριού, ενώ το αποκριάτικο δρώμενο ολοκληρώνεται με τον εικονικό θάνατο και την ανάστασή του.


ΣΕΡΡΕΣ
 
 Ένα αντίστοιχο έθιμο μ’ αυτό του καλόγερου της Δράμας συναντάμε και στο χωριό Αγία Ελένη τη Δευτέρα της Τυρινής. Τη γιορτή αυτή αρχίζουν οι Αναστενάρηδες με απόκρυφη μυσταγωγία και συμμετέχουν και οι μίμοι, οι οποίοι συγκροτούν το θίασο: ο Βασιλιάς, το Βασιλόπουλο, ο καπιστράς, ο καλόγερος, η νύφη, η μπάμπω και το εφταμηνίτικο, οι γύφτοι με την αρκούδα και, τέλος, οι Κουρούτζηδες (φύλακες).
 
Αφού ο θίασος του Καλόγερου επισκεφθεί όλα τα σπίτια του χωριού, όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώνονται στην πλατεία, όπου γίνεται η προετοιμασία του συμβολικού αγρού για τη σπορά και ακολουθεί η σκηνή του θανάτου και της ανάστασης του πρωταγωνιστή Καλόγερου. Μόλις αναγγελθεί η ανάσταση του πρωταγωνιστή, ο θίασος αρχίζει κυκλικό χορό γύρω από το συμβολικά σπαρμένο χωράφι, με τον Βασιλιά Σπορέα στην κορυφή του χορού. Μετά το χορό ο Αναστενάρης δίνει τις ευχές του και το πλήθος, ευχόμενο «κι από του χρόνου», διαλύεται.
Παράλληλα, την Κυριακή της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα, στο χωριό Φλάμπουρο αναβιώνει το έθιμο του Μπαμπόγερου. Ο Μπαμπόγερος συμβολίζει το καλό και την υγεία. Η εμφάνισή του είναι ξεχωριστή και παράλληλα τρομακτική. Είναι ντυμένος με μαύρα ή καφέ δέρματα αιγοπροβάτων και από τη μέση του κρέμονται διαφορετικού μήκους κουδούνια. Διακρίνονται μόνο τα μάτια του, αφού στο κεφάλι του φοράει ένα μαύρο, τεράστιο μυτερό καπέλο, περίπου τριών μέτρων, στολισμένο με χάντρες, κορδέλες και μαντήλια. Νωρίς το πρωί, ο Μπαμπόγερος, αφού πάρει την ευλογία της μάνας του, κατευθύνεται στην εκκλησία για να πάρει τη χάρη της Αγίας Άννας, της ομώνυμης εκκλησίας του χωριού, ενώ στη συνέχεια επισκέπτεται κάθε σπίτι του χωριού με σκοπό να σκορπίσει το κακό και να φέρει τύχη και υγεία.
Το έθιμο του Μπαμπόγερου ολοκληρώνεται την Καθαρά Δευτέρα, με ένα μεγάλο γλέντι, που στήνεται στην πλατεία του χωριού, δίνοντας στους επισκέπτες την ευκαιρία να θαυμάσουν τον περίτεχνο και μοναδικό χορό των Μπαμπόγερων, αλλά και την ευκαιρία να δοκιμάσουν νηστίσιμα εδέσματα.

ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ
Οι Μπούλες
Στην Νάουσα της Ημαθίας συναντάμε ένα από τα αρχαιότερα αποκριάτικα έθιμα, τις "Μπούλες". Εκτός από το παλαιότερο αποκριάτικο έθιμο, είναι επίσης και ένα από τα πιο ευρέως διαδομένα. Οι "Μπούλες" είναι ένα χορευτικό δρώμενο και αυτό γιατί κατά την διάρκεια της τέλεσής του απαιτείται χορευτική συμμετοχή από ομάδες ανθρώπων. Σε αυτό το έθιμο για να λάβει κανείς μέρος θα πρέπει να ακολουθήσει τους αυστηρούς κανόνες που θέτονται σχετικά με την συμπεριφορά, το δρομολόγιο και άλλες προκαθορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες προκύπτουν από το αρχαίο τελετουργικό.
Ένας απαράβατος κανόνας του εθίμου που δεν αλλοιώθηκε όσα χρόνια κι αν πέρασαν είναι πως οι τελεστές του εθίμου είναι αυστηρά μόνο άντρες. Από τα πολύ παλιά χρόνια στα μπολούκια έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.
Το έθιμο ξεκινάει νωρίς το πρωί, την παραμονή της Κυριακής της Αποκριάς όπου κι αρχίζει το ντύσιμο. Αυτό συμβαίνει γιατί τ’ ασήμια που θα κοσμήσουν τα πανάκριβα υφάσματα πρέπει να ραφτούν ένα ένα πάνω σε ένα ειδικά σχεδιασμένο για την τελετή γιλέκο. Τελευταία προσθήκη για να ολοκληρωθεί η αμφίεση της Μπούλας είναι το περίτεχνο και συνάμα πολύπλοκο κεφαλοδέσιμο, το οποίο τοποθετείται από ειδικό τεχνίτη, έτσι ώστε να δεθεί σωστά και σφιχτά για ν’ αντέξει στις μεγάλες διαδρομές που θα διανύσουν οι τελεστές και στους πολλούς και έντονους χορούς που απαιτεί η τέλεση του εθίμου.
Η φορεσιά για τις "Μπούλες¨ απαιτεί πολλά κοσμήματα κυρίως ασημένια γι' αυτό και οι συμμετέχοντες στο έθιμο ξεκινούσαν την συλλογή τους τουλάχιστον τρεις μήνες πριν. Πολλά από τα ασημικά που συνοδεύουν την εντυπωσιακή αμφίεση είναι σπάνια, ανεκτίμητης αξίας οικογενειακά κειμήλια. Τα υφάσματα που αποτελούν την ενδυμασία της "Μπούλας" (νύφης) είναι πανάκριβα μέχρι και σήμερα γι' αυτό και έραβαν μερικά μέρη της φορεσιάς και τα υπόλοιπα τα δανείζονταν από τελεστές του εθίμου προηγούμενων χρόνων.
Εντύπωση προκαλεί η παραδοσιακή μάσκα που ονομάζεται πρόσωπος ή προσωπίδα που είναι ίσως το σημαντικότερο εξάρτημα της φορεσιάς της νύφης αλλά και του άντρα που συμμετέχει στο έθιμο.
Τα εξαρτήματα που συναντάμε στην ανδρική φορεσιά είναι:
  • Το μπινιβρέκι, μακρύ ανδρικό εσώρουχο μέχρι τον αστράγαλο που δένει με υφασμάτινο κορδόνι.
  • Οι μπέτσφις, άσπρες κάλτσες που φτάνουν από το μηρό μέχρι τον αστράγαλο και φοριούνται πάνω από το μπινιβρέκι. Παλιά οι μπέτσφις είχαν δύο κορδόνια που χρησίμευαν για να στερεωθούν σ’ ένα λουρί που έβαζαν στη μέση.
  • Οι βουδέτες, μαύρες υφασμάτινες ταινίες που συγκρατούν τις κάλτσες (με φούντα στην άκρη τους) και δένονται κάτω από το γόνατο στις μπέτσφις.
  • Η κοντέλα, πουκάμισο με πολύ φαρδιά μανίκια, κεντημένο στο στήθος, στο γιακά και στην άκρη των μανικιών με μεταξωτή κλωστή σε σχέδιο ψαροκόκαλου.
  • Η φουστανέλα, ένα από τα βασικότερα κομμάτια στη στολή της Μπούλας. Είναι κοντή αρματωλική, φθάνει 4-5 δάχτυλα πάνω από το γόνατο και έχει 300 ως 400 λαγκιόλια (πιέτες), σε αντίθεση με αυτήν της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος που φθάνει 15-20 εκ. κάτω απ' το γόνατο και έχει λίγα λαγκιόλια.
  • Το πισλί, είναι ένα είδος γιλέκου που φοριέται πάνω από το πουκάμισο, φτιαγμένο από βελούδινο ή μάλλινο ύφασμα. Είναι κεντημένο με γαϊτάνια, τιρτίρια και καρμάδες (είδη βελονιάς με χρυσοκλωστή). Το πισλί δενόταν σφιχτά στο στήθος και παλιότερα από πάνω ράβανε ένα άσπρο πανί, πάνω στο οποίο ράβονταν τ' ασήμια.
  • Το ζωνάρι για τη μέση, ήταν στενό και ίδιο με αυτό που φορούσαν με τα σαλβάρια τους οι Ναουσαίοι γαμπροί στο γάμο. Είναι υφασμένο από μετάξι και βαμμένο με φυσική μπογιά από αγκίτσι (ίον). Έχει άσπρες και λιλά ρίγες και στην άκρη κρόσια που πέφτουν πάνω στη φουστανέλα.
  • Το Σελιάχι, μπαίνει στη μέση πάνω από το ζωνάρι. Είναι φτιαγμένο από πολλά στρώματα πετσιού και το χρησιμοποιούσαν ως πορτοφόλι, ή θήκη για κουμπούρια και μαχαίρια.
  • Η Πάλα, το γιαταγάνι - μαχαίρι για το χορό.
  • Ο πρόσωπος, ή προσωπίδα είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της αμφίεσης. Πάνω σε ειδικό καλούπι τοποθετείται χοντρό πανί και πάνω σ’ αυτό γύψος που είναι κερωμένος από μέσα, ώστε να κρατά δροσιά σ' αυτόν που τον φορά. Τον πρόσωπο έβαφε άσπρο και λουστράριζε ειδικός τεχνίτης. Το μουστάκι γίνεται από αλογότριχα και κατράμι, ενώ η σύνθεση των χρωμάτων έχει ως βάση το αυγό της κότας. Χαρακτηριστικό και των δύο τύπων προσωπίδας (γυναικείας και ανδρικής) είναι τα πολύ μικρά μάτια και το επίσης μικρό στόμα.
  • Το ταράμπουλο, ή ταραμπουλούζ είναι ζωνάρι φτιαγμένο από καθαρό μετάξι σε ύφανση αδίμιτη και σχέδιο ανατολίτικο και έχει προέλευση από την Τρίπολη της Αφρικής. Το πλάτος του είναι περίπου 0.90 μ. και το μήκος του 3,60 μ. Το δέσιμο της προσωπίδας με το ταράμπουλο γινόταν πάντοτε από ειδικό τεχνίτη και ήταν η δυσκολότερη δουλειά, γιατί απαιτούσε μεγάλη τέχνη και υπομονή, ώστε το κεφάλι να είναι όμορφα δεμένο.
  • Το μαντήλι, που θα ραφτεί στον καρπό του δεξιού χεριού για το χορό.
  • Τα σκουφούνια, (κάλτσες) που γίνονται από τις νοικοκυρές με κάτασπρο μαλλί.
  • Τα τσαρούχια, που παλιά κατασκευάζονταν μόνο στα Γιάννενα από δέρμα τελετίνι και είναι κόκκινα με μαύρη φούντα.


Η φορεσιά της νύφης Μπούλας αποτελείτε από μακριά και φαρδιά πολύχρωμα φορέματα. Το κεφαλοκάλυμμα στολίζεται με πολλά λουλούδια από τα οποία ξεκινούν τούλια και κορδέλες. Η προσωπίδα στην γυναικεία φορεσιά χρωματίζεται με ροδαλά ολοστρόγγυλα μάγουλα. Στο στήθος φέρει ελαφρά ασήμια και φλουριά. Την μέση της τυλίγει μια χρυσοκέντητη ζώνη με πόρπη. Τέλος, στο εσωτερικό του φουστανιού ράβονται πλαστικά στεφάνια έτσι ώστε να δίνει όγκο και να το κρατάει φουντωτό.
Τα κοσμήματα που συναντάμε στις αντρικές αλλά και στις γυναικείες φορεσιές του εθίμου είναι κυρίως ασημένια. Τα κύρια υλικά για την κατασκευή των κοσμημάτων ήταν και είναι ασήμι, πέτρες και σαβάτι. Στο στέρνο συνήθως έραβαν φλουριά (κέρματα) τα οποία περνούσαν μέσα από αλυσίδες και κατέληγαν σε σταυρούς.  Όλα τα κοσμήματα οι σταυροί και τα χαϊμαλιά στο εσωτερικό τους είχαν κομμάτι τίμιου ξύλου. Την πλάτη και την φουστανέλα της φορεσιάς την διακοσμούσαν με φιγούρες αετού και αρχαίες παραστάσεις.
Η συγκρότηση του μπουλουκιού που θα βγει στο έθιμο αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Τα άτομα που θα αποτελέσουν το μπουλούκι ορίζουν τον αρχηγό τους, εξασφαλίζουν τα όργανα, ψάχνουν για τις φορεσιές και τα ασημικά. Οι παλιές Μπούλες δανείζουν πάντα στους νεότερους τις φορεσιές τους και τους βοηθούν στο ντύσιμο. Το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Αποκριάς, αρχίζει το ντύσιμο των τελεστών του εθίμου που διαρκεί όλη τη νύχτα και είναι πολύ κουραστικό. Τα ασήμια ράβονται πάνω στη στολή ένα-ένα από μοδίστρες ή τις γυναίκες του σπιτιού και όταν τελειώνει το ντύσιμο, έρχεται ειδικός τεχνίτης που δένει στο κεφάλι του νέου το ταράμπουλο με την προσωπίδα. Ο νέος τώρα είναι έτοιμος και περιμένει να ακουστούν τα όργανα και να τον καλέσουν στο μπουλούκι.
Κατά το μάζεμα του μπουλουκιού, ο νέος, ντυμένος από το βράδυ του Σαββάτου παλιότερα και από νωρίς το πρωί της Κυριακής της Αποκριάς σήμερα, είναι έτοιμος. Από μακριά ακούγονται το νταούλι με το ζουρνά που καλούν στο μάζεμα του μπουλουκιού. Τα όργανα παίζοντας μια μελωδία ελεύθερου ρυθμικού τύπου, το «Ζαλιστό», θα περάσουν απ’ όλα τα σπίτια των νέων που συμμετέχουν και θα τους μαζέψουν έναν-έναν. Τα όργανα δε θα μαζέψουν τα μικρά αγόρια. Αυτά πηγαίνουν με τους πατεράδες τους στα σπίτια των μεγαλύτερων. Όταν ακουστεί ο Ζαλιστός, η Μπούλα θα βγει στο παράθυρο ή στο μπαλκόνι του σπιτιού να χαιρετίσει το μπουλούκι που έρχεται να την πάρει. Ανοίγει ψηλά τα χέρια και χαιρετά κουνώντας το στήθος δεξιά-αριστερά, ώστε να κουδουνίζουν τα νομίσματα που έχει κρεμασμένα στο στήθος. Στη συνέχεια ο νέος παίρνοντας χέρι και πηδώντας στα δύο του πόδια, χαιρετά όλους τους ανθρώπους του σπιτιού καθώς και όσους τον βοήθησαν στο ντύσιμο.
Φτάνοντας στην εξώπορτα του σπιτιού, κάνει τρεις φορές το σταυρό του και στη συνέχεια χαιρετά όλους όσοι ήρθαν να τον πάρουν. Ύστερα, πιασμένοι δυο-δυο με τα όργανα να παίζουν το Ζαλιστό, ξεκινούν να πάρουν την επόμενη Μπούλα. Η νύφη-Μπούλα ετοιμάζεται κι αυτή τελετουργικά από την οικογένεια του άνδρα που θα την υποδυθεί. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να παιχθεί με τρόπο σοβαρό και υπερήφανο. Η νύφη-Μπούλα θα φιλήσει τα χέρια όλων των ανθρώπων του σπιτιού της και στη συνέχεια όλου του μπουλουκιού, των οργανοπαικτών και όλων όσοι παρευρίσκονται εκεί την ώρα που θα την πάρουν. Αφού βάλουν δυο Μπούλες μια νύφη-Μπούλα στη μέση, συνεχίζουν να μαζεύουν από τα σπίτια και τα υπόλοιπα μέλη του μπουλουκιού. Πρώτα μαζεύουν τους νέους, μετά τους παλιούς και τελευταίο όλων τον αρχηγό.
Σιγά σιγά σχηματίζεται μια πομπή που έχει ως εξής. Προηγούνται τα πιο μικρά αγόρια που δεν φορούν πρόσωπο και ακολουθούν τα μεγαλύτερα. Μετά τοποθετούνται οι νεότερες Μπούλες, στη μέση περίπου αυτές που κρατούν τη νύφη-Μπούλα και τελευταίες οι παλιότερες Μπούλες και ο αρχηγός του μπουλουκιού. Ακριβώς πίσω από τον αρχηγό ακολουθούν οι οργανοπαίκτες, για να παίρνουν εντολές ως προς το ρεπερτόριο. Για τους πρωταγωνιστές του εθίμου το χορευτικό ρεπερτόριο είναι ο Συγκαθιστός, η Παπαδιά, η Παλιά Παπαδιά, ο Νταβέλης, ο Σωτήρης, ο Νιζάμικος, ο Μελικές, ο Μουσταμπέϊκος, το Σαρανταπέντε, η Σούδα, η Μακρινίτσα και φυσικά η Πατινάδα. Σε όλους αυτούς, τους κατεξοχήν ανδρικούς χορούς, η νύφη-Μπούλα συμμετέχει ελάχιστα. Κινείται συμβολικά μαζί με τις άλλες Μπούλες, αλλά το δικό της χορευτικό ρεπερτόριο αποτελούν οι χοροί Μακρινίτσα και Σούδα. Αν από τα μικρά αγόρια που συνοδεύουν το μπουλούκι, κάποιο μπορεί να τα καταφέρει καλά στο χορό, μετά από επιθυμία των γονιών του (που ακολουθούν το μπουλούκι), ο αρχηγός θα ορίσει πότε και σε ποιο σημείο θα μπει πρώτος στον κύκλο και θα χορέψει ως πρωτοσυρτής, ενώ όλοι θα τον σεβαστούν σαν μεγάλο.
Αφού τελειώσει το μάζεμα του μπουλουκιού, όλοι μαζί ξεκινούν για το Δημαρχείο, το Κονάκι του Μουντίρη στα χρόνια της τουρκοκρατίας, και υπολογίζουν να φθάσουν εκεί κοντά στο μεσημέρι. Στις δώδεκα περίπου συγκεντρώνονται στο Δημαρχείο όπου βρίσκεται μαζεμένη όλη η Νάουσα, περιμένοντας να δουν τις Μπούλες.
Η χορευτική δράση του μπουλουκιού ξεκινούσε μετά την επίσκεψη στο κονάκι του άρχοντα της πόλης, από τον οποίο έπρεπε να δοθεί στον αρχηγό του μπουλουκιού άδεια για την τέλεση του εθίμου. Σήμερα όλα τα μπουλούκια θα επισκεφθούν το Δημαρχείο και μετά θα αρχίσουν τη χορευτική τους πορεία μέσα στους δρόμους της Νάουσας. Αμέσως μόλις η ομάδα φθάσει στην πλατεία και ο αρχηγός πάει να δώσει τα "διαπιστευτήρια" του μπουλουκιού του στο Δήμαρχο, αρχίζει και η χορευτική δράση του μπουλουκιού. Ο ζουρνάς παίζει το Ζαλιστό, οι Μπούλες, που είναι ζευγάρια, γέρνουν το κορμί τους πίσω και τινάζονται αγέρωχα. Ένας από κάθε ζεύγος βοηθούμενος από το σύντροφό του που τον κρατά πίσω στην πλάτη, κάνει μια υπερέκταση προς τα πίσω χτυπώντας υπερήφανα με νευρικές κινήσεις τα νομίσματα του στήθους του, σε αντίθεση με τη νύφη-Μπούλα που κάνει τεμενάδες, προσκυνώντας ως το χώμα.
Την περίοδο της τουρκοκρατίας, την ίδια ώρα ανέβαιναν στο Κονάκι ένας - δύο φιλήσυχοι Ναουσαίοι ντυμένοι Μπούλες, οι οποίοι έβγαζαν τον πρόσωπο για να τους δει ο Τούρκος Μουντίρης και να’ ναι ήσυχος ότι δεν είναι αντάρτες. Αυτοί, θα βεβαίωναν τον Τούρκο άρχοντα ότι όλοι οι άντρες του μπουλουκιού είναι φιλήσυχοι Ναουσαίοι πολίτες και ότι είναι δύσκολο να βγάλουν τις προσωπίδες, γιατί χαλά το περίπλοκο δέσιμό τους. Πολλές φορές όμως, κάτω από τις προσωπίδες κρύβονταν επαναστάτες που κατέβαιναν από το Βέρμιο, για να γιορτάσουν και αυτοί λίγο πιο ξένοιαστα τις μέρες της Αποκριάς ή να συγκεντρώσουν τρόφιμα και χρήματα για τον αγώνα της λευτεριάς.
Ο δήμαρχος, ο πρώτος άρχοντας του τόπου, δίνει την άδεια και τότε ο ζουρνάς θα παίξει το "Κάτω στη Ρόιδο", χορό που χορεύεται από τις Μπούλες ως συγκαθιστός με το μαντήλι που έχουν ραμμένο στο χέρι (η ίδια μελωδία στο Ναουσαίικο γάμο χορευόταν ως συγκαθιστός και ήταν ο πρώτος χορός του γαμήλιου γλεντιού). Ακολουθεί ο θούριος του Ρήγα («Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά») και σ’ αυτή την πατινάδα βγαίνουν οι πάλες από τις θήκες τους. Μετά ακολουθεί ο χορός Παπαδιά, συνήθως από τον αρχηγό του Μπουλουκιού. Ακολουθεί η Μακρινίτσα, ο χορός της Νύφης, του δεύτερου πρωταγωνιστή της τελετουργίας, η οποία θα τον σύρει με σοβαρότητα και μεγαλοπρέπεια όπως αρμόζει σε ένα χορό που είναι μοιρολόι και φόρος τιμής σε μία από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας, το ολοκαύτωμα και την ολοσχερή καταστροφή της Νάουσας το 1822 από τους Τούρκους. Θα ακολουθήσουν ο Νιζάμικος, το Σαρανταπέντε, ο Μελικές και ίσως η Σούδα ή ο Μουσταμπέϊκος που μπορούν να χορευτούν και από μικρά παιδιά.
Αμέσως μετά τους χορούς στο Δημαρχείο, οι Μπούλες κινούνται με την πατινάδα, «Ως πότε παλικάρια», για τον πρώτο μαχαλά, όπου θα γίνει η στάση για τους χορούς, για το τριόδι του Λάμνια. Οι Μπούλες χαιρετούν κάθε γνωστό που συναντάνε, παίρνοντας χειραψία και πηδώντας τρεις φορές στα δυο τους πόδια. Φτάνοντας στο τριόδι, οι ζουρνατζήδες θα παίξουν την πατινάδα του Σανιδά.
Μετά το τριόδι περνώντας από το στενό του Χρηστίδη, στη σημερινή λαϊκή αγορά, βγαίνουν στα Καμμένα με την πατινάδα της Χοντροσούγκλας. Εκεί γίνεται άλλη στάση για χορό. Σ' αυτή τη γειτονιά ήταν παλιά όλα τα πλουσιόσπιτα της Νάουσας. Οι Μπούλες θα χορέψουν πάλι αρκετούς από τους χορούς του ρεπερτορίου και ο αρχηγός του μπουλουκιού θα ορίσει ποιοι και με ποια σειρά θα σύρουν τους χορούς. Στη συνέχεια το μπουλούκι θα προχωρήσει για τη συνοικία της Πουλιάνας. Αφού χορέψουν κι εκεί, η επόμενη στάση είναι στη συνοικία Μπατάνια, όπου πηγαίνουν χορεύοντας την πατινάδα «Του Υψηλάντη». Βγαίνοντας και πάλι στα Καμμένα και από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου χορεύοντας την πατινάδα, «Ο Μίλης ο περήφανος», θα πάνε στο Κιόσκι. Εδώ περιμένουν πολλοί Ναουσαίοι για να θαυμάσουν και να κρίνουν τους καλύτερους χορευτές.
Φεύγοντας από το κιόσκι με την πατινάδα «Καμπάνα», κατευθύνονται στον Αϊ Γιώργη όπου θα στηθεί και πάλι χορός από τα μέλη του μπουλουκιού που είναι από αυτή τη συνοικία. Μετά, θα πάρουν το δρόμο για τον Άγιο Μηνά κι από κει στο τριόδι του Μαγγαβέλα, δίπλα στην Παναγιά. Από του Μαγγαβέλα και πέρα, οι οργανοπαίκτες παίζοντας την πατινάδα «Κατέβα Λένκω» πηγαίνουν για τη συνοικία Αλώνια όπου θα γίνει μεγάλο γλέντι. Φτάνοντας στα Αλώνια με την πατινάδα «της Μαρίας» αρχίζει πια να νυχτώνει. Σ' αυτή τη γειτονιά θα βγάλουν τις προσωπίδες όλοι όσοι κάθονται εδώ κοντά, ή έχουν κάποιο συγγενικό τους σπίτι. Εδώ, χωρίς προσωπίδες πλέον, θα μπορέσουν να φάνε κάτι και να πιούν, απ’ αυτά που τους έχουν ετοιμάσει όλα τα γειτονικά σπίτια. Πρέπει να σημειωθεί πως έως τώρα (τα παλιότερα χρόνια) έπιναν νερό με ένα ειδικό καλαμάκι και το κάπνισμα γινόταν επίσης με ειδικό τσιμπούκι, που χωρά μέσα από το μικρό στόμα του προσωπείου αφού δεν ήταν δυνατό να το βγάλει ο χορευτής όλη μέρα. Όσο το μπουλούκι βρίσκεται σε πορεία και φορά τις προσωπίδες, κανείς από τους θεατές δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους, ούτε φυσικά να σύρει το χορό. Από τη στιγμή όμως που οι Μπούλες βγάλουν τον πρόσωπο στ’ Αλώνια, μπορούν να πάρουν μέρος στο χορό και πολίτες ή παλιές Μπούλες που μένουν σ’ αυτή τη γειτονιά.
Μετά το μεγάλο γλέντι στα Αλώνια παίρνοντας το δρόμο για τα Γαλάκεια, οι ζουρνάδες παίζουν την πατινάδα «Δε σ’ άριζαν τα Αλώνια Νταηλιάνα». Οι Μπούλες με την πατινάδα της Χοντροσούγκλας, αφού περάσουν το Στραβό Πλάτανο και το τριόδι του Λάτση και του Λάμνια, θα βγουν στα Καμμένα, όπου θα στήσουν και τον τελευταίο τους χορό. Τώρα θα βγάλουν τις προσωπίδες όσοι μένουν σ’ αυτή τη μεριά της πόλης. Εδώ χορεύουν οι παλιές Μπούλες καθώς και όσοι από τον κόσμο θέλουν να χορέψουν. Στα Καμμένα πια αρχίζει να διαλύεται το μπουλούκι, όσες Μπούλες έχουν κουραστεί φεύγουν για τα σπίτια τους, ενώ άλλες συνεχίζουν το γλέντι στα σπίτια που τους καλούν μερακλήδες Ναουσαίοι. Ο χορός δεν είναι πια τελετουργικός, έχει πλέον μετατραπεί σε λαϊκό πανηγύρι. Το πρωί όλα τα μέλη του μπουλουκιού και ο κόσμος, κουρασμένοι από τον πολύ χορό θα χωρίσουν πηγαίνοντας για τα σπίτια τους. Παλαιότερα, όταν επέστρεφαν αργά στο σπίτι τους, κοιμόνταν ντυμένοι σε μια καρέκλα ή στο στρώμα, τυλιγμένοι σ' ένα καθαρό σεντόνι, έτσι ώστε την επόμενη μέρα να είναι έτοιμοι και να μη χρειάζεται να ξαναντυθούν.
Τη Δευτέρα της Αποκριάς το πρωί, χωρίς να φορούν τον πρόσωπο, μαζεύονται όλοι στο σπίτι του αρχηγού. Εδώ θα έρθουν και οι οργανοπαίκτες και τα μικρά παιδιά του μπουλουκιού. Τη μέρα αυτή το πρόγραμμα δεν είναι τελετουργικό. Εδώ θα γίνει ένα μικρό οικογενειακό γλέντι με τους συγγενείς και φίλους του αρχηγού. Μετά θα πάνε με πατινάδα στο Κονάκι (Δημαρχείο), θα χορέψουν λίγο και στη συνέχεια θα επισκεφτούν τα σπίτια των μελών του μπουλουκιού που τους έχουν καλεσμένους, για γλέντι με χορό, μεζέδες και κρασί. Σήμερα το δρομολόγιο δεν είναι καθορισμένο και είναι μέρα γλεντιού. Σε κάθε σπίτι τους περιμένει τραπέζι με πλούσιους μεζέδες και κρασί. Το μουσικό και χορευτικό ρεπερτόριο αυτή τη μέρα δεν έχει την αυστηρότητα της προηγουμένης και εκτός από τους χορούς του εθίμου, ο ζουρνάς παίζει και σύγχρονες μελωδίες ή και μελωδίες των χωριών της Νάουσας, εάν η οικογένεια έχει καταγωγή από κάποιο χωριό. Το βράδυ όλα τα μέλη του μπουλουκιού, κατακουρασμένα από τους εξαντλητικούς χορούς των δύο ημερών, αφού πάλι πάρουν χέρι μεταξύ τους θα γυρίσουν στα σπίτια τους.
Την επόμενη Κυριακή, της Τυρινής, επαναλαμβάνεται το έθιμο ακριβώς όπως και την Κυριακή της Απόκρεω. Την Καθαρά Δευτέρα το πρωί ξαναμαζεύονται στου αρχηγού. Το δρομολόγιο, όμως, αυτή τη φορά, είναι το καθιερωμένο. Το βράδυ, το τελευταίο γλέντι θα γίνει και πάλι στα Καμμένα και κάποια στιγμή θα φθάσει η ώρα του χωρισμού. Αφού όλες οι Μπούλες κάνουν ένα κύκλο, θα βάλουν τον οργανοπαίκτη στη μέση, θα τον χτυπήσουν συμβολικά με την πλατιά πλευρά της πάλας στο κεφάλι και, σηκώνοντάς τον, θα φωνάξουν «Πάντα άξιος, και του χρόνου».
Μια εβδομάδα μετά, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, οι Μπούλες χωρίς προσωπίδες θα πάνε στο Σπήλιο, τοποθεσία όπου βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Θόδωρου. Εκεί θα χορευτούν πάλι οι ίδιοι χοροί από το γνωστό ρεπερτόριο του εθίμου και θα γίνει μεγάλο γλέντι με τη συμμετοχή όλης της Νάουσας.

ΗΠΕΙΡΟΣ

 

ΙΩΑΝΝΙΝΑ
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς στα Γιάννενα γιορτάζονται οι «Τζαμάλες». Οι Τζαμάλες είναι μεγάλες φωτιές, όπου οι μεταμφιεσμένοι χορεύουν σε διπλές και τριπλές σειρές γύρω τους. Οι εκδηλώσεις του Καρναβαλιού κορυφώνονται στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, όπου στήνεται και το περίφημο γαϊτανάκι.

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

 


Το “Μπουρανί” του Τυρνάβου
Στον Τύρναβο της Λάρισας αναβιώνει η γιορτή του φαλλού που συμβολίζει την αναπαραγωγή και τη γονιμότητα. Απομεινάρι των βακχικών εορτασμών είναι και το “Μπουρανί”. Την Καθαρά Δευτέρα οι ντόπιοι τιμούν το θεό της βλάστησης και της γονιμότητας πίνοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, κρατώντας ψεύτικους φαλλούς και τρώγοντας το “Μπουρανί”, το μυητικό έδεσμα! Το μπουρανί είναι μια αλάδωτη χορτόσουπα από τσουκνίδες και σπανάκι, την οποία φτιάχνουν οι άντρες στο δρόμο και την καταναλώνουν με συνοδεία άσεμνων τραγουδιών και τολμηρών χειρονομιών.

                                               ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑΔΑ

ΑΜΦΙΣΣΑ
Οι θρύλοι για τα «στοιχειά» έχουν μεγάλη διάδοση στην περιοχή. Λέγεται πως τα «στοιχειά» αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγυρίζουν στην περιοχή. Το σπουδαιότερο στοιχειό που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση είναι το στοιχειό της «Χάρμαινας».
Τότε που τα παραμύθια ήτανε ακόμα αλήθεια, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ήτανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος, αλλά πάνω απ’ όλα  ειλικρινής και ντόμπρος. Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.
Η Λενιώ, ήταν όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι πάνω της. Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα  ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της. Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους.
Ένα πρωί ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Έπρεπε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη κι από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα μ’ ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του. Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο. Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι έστεκε αλλόκοτο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.
Έμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του. Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί. Μια καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της.
Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά. Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιο τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.
Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν στην καρδιά του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μπρος στο θάνατο, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης. Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται. Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογεί για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνεί για την αγάπη που έχασε.
Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.
Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.
Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.
Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.
Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.
Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς αναβιώνει στην Άμφισσα ο θρύλος του «στοιχειού». Από τη συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα, και τα σκαλιά του Αη Νικόλα κατεβαίνει το «στοιχειό» και μαζί ακολουθούν νεράιδες, ξωτικά, σκιάχτρα και άλλα αλλόκοτα πλάσματα.

ΓΑΛΑΞΙΔΙ
Στο Γαλαξίδι, την Καθαρή Δευτέρα παίζουν «αλευροπόλεμο». Αυτό το έθιμο διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρόλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Αποκριές για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους. Ένας κύκλος για τις γυναίκες, ένας για τους άντρες. Φορούσαν μάσκες ή απλώς έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στη συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και η ώχρα. Στο μουντζούρωμα συμμετέχουν όλοι, ανεξαιρέτως ηλικίας.

ΘΗΒΑ 
Ο “βλάχικος γάμος” της Θήβας
Κάθε Καθαρή Δευτέρα γίνεται αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου. Είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες περίπου στο 1830, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Οι Βλάχοι, δηλαδή οι τσοπάνηδες από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, εγκατέλειψαν τότε την άγονη γη τους και βρήκαν γόνιμο έδαφος νοτιότερα.
Η γιορτή ξεκινά την Τσικνοπέμπτη, συνεχίζεται την Κυριακή το απόγευμα με το χορό των συμπεθέρων και το προξενιό στην κεντρική πλατεία της πόλης. Την επόμενη γίνονται τα αρραβωνιάσματα του ζευγαριού, η παράδοση των προικιών, το ξύρισμα γαμπρού και το στόλισμα της νύφης.

ΣΚΥΡΟΣ
Οι “Γέροι” της Σκύρου
Με την αρχή του Τριωδίου και κάθε Σαββατοκύριακο των ημερών της Αποκριάς, το έθιμο του νησιού θέλει τον «γέρο» και την «κορέλα» να βγαίνουν στους δρόμους και να δίνουν μια ξεχωριστή εικόνα των ημερών.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κάποτε στη Σκύρο ένας γέρος με τη γριά του είχαν λίγα κατσίκια. Όμως μια νύχτα του χειμώνα έπεσε στο βουνό χιόνι και άγρια παγωνιά και όλα τους τα ζώα πέθαναν. Απελπισμένος ο γέρος βοσκός ζώστηκε τα κουδούνια και τα τομάρια των πεθαμένων ζώων του και μαζί με τη γυναίκα του (κορέλα) κατέβηκαν μέχρι τη Χώρα. Οι χτύποι των κουδουνιών έφεραν στους συγχωριανούς το μήνυμα της καταστροφής.
Ο Γέρος φοράει άσπρο μάλλινο παντελόνι, φαρδύ από το γόνατο και πάνω, (το τυπικό παντελόνι των βοσκών του νησιού), άσπρες κάλτσες που τις στερεώνει κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες, σανδάλια με πλεχτά δερμάτινα λουριά και μαύρη κάπα, την οποία φοράει ανάποδα, ώστε το τριχωτό μέρος να είναι απ’ έξω. Μέσα από την κάπα στερεώνει κουρέλια στην πλάτη, που δημιουργούν μια ψεύτικη καμπούρα. Στη μέση του στερεώνει 2 - 3 σειρές κουδούνια, το βάρος των οποίων μπορεί να φτάσει και τα 50 κιλά. Τα κουδούνια δεν είναι όλα ίδια, άλλα είναι μικρά, άλλα μεγάλα με διαφορετικό σχέδιο και ήχο. Η μεταμφίεση ολοκληρώνεται με τη “μουτσούνα”, τη μάσκα δηλαδή, η οποία είναι ολόκληρο το τομάρι ενός μικρού κατσικιού και φοριέται με την τριχωτή πλευρά προς τα έξω. Όταν στερεωθεί καλά η μάσκα, η οποία έχει δυο μικρές τρύπες για μάτια, φοριέται η κουκούλα της κάπας. Στο τέλος, αφού βάλει και ένα ωραίο μαντίλι στο λαιμό, στολισμένο με τα πρώτα ανοιξιάτικα λουλούδια, ο Γέρος παίρνει τη γκλίτσα του και είναι έτοιμος!
Η «κορέλα», η ντάμα του γέρου, είναι ντυμένη με παραδοσιακά σκυριανά ρούχα, με κυρίαρχο χρώμα το άσπρο, έχοντας και αυτή καλυμμένο το πρόσωπό της. Το δίδυμο αυτής της σκυριανής Αποκριάς συνοδεύει πολλές φορές και ο «φράγκος». Αυτός ντυμένος με παραδοσιακά ρούχα του νησιού αλλά και παντελόνι, σατιρίζει εκείνους τους Σκυριανούς που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα).   


ΝΟΤΙΑ ΕΥΒΟΙΑ

ΚΑΡΥΣΤΟΣ
Το αποκριάτικο έθιμο του «Μακαρούνα»
Ένα παλιό αποκριάτικο έθιμο της Νότιας Εύβοιας είναι το έθιμο του «Μακαρούνα».

Σύμφωνα με την  παράδοση ο «Μακαρούνας» ήταν ένας άντρας με πολύ ανεπτυγμένη σεξουαλική δράση που προφανώς οφείλονταν σε ανάλογες ικανότητες. Δεν άφηνε καμία γυναίκα παραπονεμένη. Όλες είχαν περάσει από τα χέρια του. Ανύπαντρες, παντρεμένες, χήρες και ζωντοχήρες, νέες, μεσόκοπες και γριές κι όλες είχαν να λένε μόνο καλά λόγια για τις επιδόσεις του. Ήρθε όμως η τελευταία Κυριακή της αποκριάς όπου σύμφωνα με τα έθιμα της Καρύστου φτιάχνουν ζυμαρικά (μακαρούνες). Ο «Μακαρούνας» έφαγε τόσο πολύ που έσκασε. Μέγας θρήνος ανάμεσα στο γυναικείο πληθυσμό.
Κάθε Καθαρή Δευτέρα λοιπόν μια ομάδα από καρναβαλιστές φτιάχνει το πτώμα του «Μακαρούνα», ένα σκιάχτρο με παλιά ρούχα παραγεμισμένα με άχυρα ή κουρέλια πάνω σε ένα πρόχειρο φορείο. Για να τονίσουν το κωμικό μέρος του εθίμου φροντίζουν να έχει μια τεράστια κοιλιά από το πολύ φαΐ κι ένα τεράστιο πέος να βγαίνει μέσα από το ξεκούμπωτο παντελόνι.
Αφού ετοιμάσουν τον νεκρό ετοιμάζονται και οι «γυναίκες» που θα τον μοιρολογήσουν. Ακολουθούν την πομπή στην οποία προηγείται ο παπάς και οι ψαλτάδες που ψέλνουν νεκρώσιμα μεν, αλλά παραλλαγμένα με πολύ καυστικό τρόπο, πίνοντας και οδυρόμενοι.  Στη συνέχεια στήνεται τρικούβερτο γλέντι. Χορεύουν κρατώντας το «νεκρό» ψηλά και πίνοντας μέχρι τελικής πτώσεως.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

 

ΜΕΘΩΝΗ
Εδώ αναβιώνει «του Κουτρούλη ο γάμος» ο οποίος, όπως λέγεται, διασώζει ανάμνηση παλιού, πραγματικού γάμου, που έγινε στην πόλη πριν από αιώνες. Γαμπρός ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος ύστερα από πολλών χρόνων αναμονή και υπομονή παντρεύτηκε τη γυναίκα, που αγαπούσε. Ο γάμος μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι και πραγματικά έμεινε παροιμιώδης. Στις μέρες μας, το ζευγάρι των νεονύμφων είναι δύο άντρες, που μαζί με τους συγγενείς πηγαίνουν στην πλατεία, όπου γίνεται ο γάμος με παπά και με κουμπάρο. Διαβάζεται το προικοσύμφωνο και ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

ΜΕΣΣΗΝΗ
Το πρωί κάθε Καθαρής Δευτέρας, στη θέση «Κρεμάλα», γίνεται η αναπαράσταση της εκτέλεσης μιας γερόντισσας της Μεσσήνης, της γριάς Συκούς, που κατά την παράδοση κρεμάστηκε στη συγκεκριμένη τοποθεσία της πόλης με εντολή του Ιμπραήμ Πασά. 

Φημολογείται ότι όταν στρατοπέδευσε ο Ιμπραήμ στη Μεσσήνη -κατά την προσπάθειά του να καταπνίξει την εξέγερση των Ελλήνων- είδε ένα κακό όνειρο και ζήτησε να του φέρουν κάποιον να του το εξηγήσει. Έτσι τον επισκέφθηκε η Γριά Συκού και εξηγώντας το όνειρο του είπε ότι η εκστρατεία του και ο ίδιος θα είχαν οικτρό τέλος από την αντίδραση και το σθένος των επαναστατημένων Ελλήνων. Αυτά που άκουσε δεν του άρεσαν καθόλου και θυμώνοντας διέταξε να την κρεμάσουν. Μετά την αναπαράσταση, μπορεί κάθε επισκέπτης να «κρεμαστεί» από τους ψευτοδήμιους της κρεμάλας. Μπορούν όμως να δωροδοκήσουν τους δήμιους και να τους κατεβάσουν από την κρεμάλα, αν τους δώσουν λίγα χρήματα για να εξασφαλίσουν το κρασί τους.


                                     Καρναβάλι στην Κρήτη


Ρέθυμνο

Κανταδόροι με κιθάρες, μαντολίνα και παλιές μελωδίες. Οι μασκαράδες θα περάσουν από τη Μεγάλη Πόρτα και θα χορέψουν στους δρόμους της «Μικρής» και της «Μεγάλης» αγοράς, με τους ρυθμούς της φιλαρμονικής. 

Οι καρναβαλικές εκδηλώσεις κορυφώνονται με τη μεγάλη παρέλαση στην παραλιακή λεωφόρο Σ. Βενιζέλου με κατάληξη την Πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη, για γλέντι, χορό και αποχαιρετισμό του καρναβαλιού. 

Την Καθαρά Δευτέρα στα χωριά Μέρωνα και Μελιδόνια αναβιώνουν έθιμα όπως το κλέψιμο της νύφης, ο «Καντής», το μουντζούρωμα, τα οποία, σε συνδυασμό με το καλό κρασί και τους ήχους της λύρας, αποτελούν μια μοναδική εμπειρία.

 

ΚΥΚΛΑΔΕΣ

 

Στην Αμοργό 
αναβιώνει το έθιμο του «Καπετάνιου». Το πρωί της Τυρινής οι νέοι, ντυμένοι με βράκες με ζωνάρι στη μέση, με τραγιάσκες και παραδοσιακά γιλέκα διακοσμημένα χιαστί με χρωματιστές κορδέλες, παίρνουν τον δρόμο για την εκκλησία της Πα­ναγίας την Επανοχωριανής. Οι νέοι αυτοί συνοδεύονται από οργανοπαίχτες που τραγουδούν μαντινάδες και τον «Αποκριανό»: «Πέρασαν οι αποκριές πάνε και οι τυρινάδες…»
Η επιλογή του «Κα­πετάνιου» γίνεται από τον παπά του χωριού, ο οποίος ρίχνει ψηλά στον αέρα τον «γιλεό» (είδος άμφιου) και αυτός που τον αρπάζει γίνεται ο «Καπετάνιος». Κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης ο νέος που επιλέγεται ή που επεδίωκε να γίνει «Καπετάνιος» μπορεί να φανερώσει τον πραγματικό του έρωτα ή να προ­δώσει μια κρυφή αγάπη τραγουδώντας: «Δεν έχει πιο βαρύ καημό, σεβντάς που δεν τελειώνει σαν την αγάπη την κρυφή που δεν ξεφανερώνει». Το ά­λογο του «Καπετάνιου» στολίζεται φανταχτερά και ντύνεται με επίσημα ενδύματα ο συνοδός-φύλακας του «Καπετάνιου», ο «Μπαϊραχτά­ρης». Η όλη εκδήλωση συνοδεύεται από φαγητό με τηγα­νητό ψάρι, καλό κρασί και μαντινάδες. Μετά το φαγοπό­τι η πομπή ξεκινά για την επιστροφή, όπου τα νέα έ­χουν ήδη φτάσει από τα πι­τσιρίκια που σπεύδουν να ανακοινώ­σουν το μαντάτο. Το πρώτο παιδί που α­ναγγέλλει το μαντάτο της ανάδειξης του «Καπετάνιου»  ανταμείβεται με το πολυπόθητο χαρτζιλίκι! Ο «Καπετάνιος» επευφημείται, αυτοσχεδιάζει στιχάκια και μα­ντινάδες για τις κοπέλες που συναντά και κερνά στα καφενεία την παρέα του και τους παρευρισκόμενους.
Η σημαντική στιγμή είναι όταν ο Καπετά­νιος φανερώνει τον κρυφό του έρωτα προσκαλώντας μια από τις κοπέλες του χωριού να γίνει «Καπετάνισσα» στην οποία απαγγέλει ένα στιχάκι και της παραχωρεί τον πρώτο χορό. Ο Καπετάνιος και η παρέα του συνε­χίζουν το γλέντι στα στέκια του χωριού με χορό και τραγούδι μέχρι το πρωί: «Ήρθε κι Άγια Σαρακοστή με τις εφτά βδομάδες…».
Ένα αντίστοιχο έθιμο αναβιώνει και στη Σέριφο την Κυριακή της Τυρινής.

ΝΑΞΟΣ
Στα χωριά της Νάξου επιβιώνουν ακόμη πανάρχαια στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας. Την «Κρεατινή» Κυριακή εμφανίζονται στους δρόμους οι «Κουδουνάτοι», νέοι με προσωπίδες, οι οποίοι φορούν κάπα με κουκούλα και έχουν μια σειρά από κρεμασμένα κουδούνια γύρω από τη μέση και από το στήθος. Γυρνούν χορεύοντας το χωριό κάνοντας θόρυβο και προκαλούν με άσεμνες εκφράσεις. Την Καθαρά Δευτέρα βγαίνουν στους δρόμους οι «φουστανελλάτοι», νέοι χωρίς προσωπίδες και γιορτινά στολισμένοι οι οποίοι παίζουν  βιολί.  


ΣΚΟΠΕΛΟΣ
Η “Τράτα” της Σκοπέλου
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς άντρες ντυμένοι με πρόχειρα ρούχα κρατούν στα χέρια τους ένα καΐκι κατασκευασμένο από καλάμια και ξύλα, την “Τράτα”. Οι τραταραίοι (το πλήρωμα) όλοι με ένα σταυρό από λουλάκι στο μέτωπο και στα μάγουλα γυρνούν όλη την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια και μερικές φορές ρίχνουν και δίχτυα, στα οποία πιάνονται οι περαστικοί. Το μπουλούκι που ακολουθεί την τράτα με τους "τραταραίους" αποτελείται από κάθε λογής μασκαρεμένους οι οποίοι τραγουδούν, χορεύουν και πίνουν ενώ κατά το σούρουπο η πορεία αυτή καταλήγει στην παραλία όπου και θα "φουντάρουν" στη θάλασσα την τράτα τους. Το γλέντι και οι χοροί θα συνεχίσουν στα σπίτια μέχρι τις πρωινές ώρες. Πρόκειται για έθιμο που αναπαριστά τους κουρσάρους που παλιότερα λυμαίνονταν τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και αποτελούσαν τον φόβο και τον τρόμο των κατοίκων.

ΤΗΝΟΣ
Την Τσικνοπέμπτη στην Τήνο, στο καφενείο του χωριού Τριαντάρος, αναβιώνει το έθιμο του «Αποκριάτικου Χορού» και του «Αλφαβηταριού της Αγάπης» όπως λέγεται. Σχηματίζοντας έναν κύκλο οι χορευτές τραγουδούν εκ περιτροπής περιπαιχτικούς στίχους ακολουθώντας, σύμφωνα με το πρώτο γράμμα κάθε στίχου, τη σειρά της αλφαβήτου. Η εκδήλωση συνοδεύεται από κεράσματα με τοπικά εδέσματα  και γλυκίσματα.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς στο χωριό Αγάπη, γιορτάζουν το έθιμο του “Μακαρονά”. Ένα αντίστοιχο έθιμο με αυτό της Καρύστου στην Νότια Εύβοια.


ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

 

Η Κάρπαθος 

δικάζει αποκριάτικα τις ανήθικες πράξεις. Την Καθαρή Δευτέρα λειτουργεί το Λαϊκό Δικαστήριο Ανήθικων Πράξεων. Ορισμένοι εκ των κατοίκων  κάνουν άσχημες χειρονομίες σε κάποιους άλλους.  Αμέσως, συλλαμβάνονται από τους Τζαφιέδες (χωροφύλακες) και οδηγούνται στο Δικαστήριο, που αποτελείται από τους σεβάσμιους του νησιού. Εκεί, τους απαγγέλλονται κατηγορίες αυτοσχέδιες, οι οποίες προκαλούν άφθονο γέλιο και ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

Καρναβάλι στη Χίο
 
Στα Θυμιανά της Χίου αναβιώνει το έθιμο της «Μόστρας», που διαρκεί δύο ημέρες από το βράδυ της Παρασκευής της Τυροφάγου μέχρι και το πρωί της Κυριακής.   
Σύμφωνα με τους ντόπιους από εκεί βγήκε και η έκφραση «την Παρασκευή την ανεβάζουμε και την Κυριακή την κατεβάζουμε».    
Οι ρίζες του εθίμου βρίσκονται στην εποχή του Μεσαίωνα, με τους νεαρούς, το βράδυ της Παρασκευής, να φοράνε παλιά ρούχα, γυναικεία ή αντρικά, να καλύπτουν το πρόσωπό τους με αυτοσχέδιες μάσκες (μουτσουναριές)και να κάνουν διάφορα σκετς σκορπώντας το γέλιο στους δρόμους του νησιού.   
Την Κυριακή πηγαίνουν όλοι στα ξωκλήσια του Αγίου Ιωάννη και του Αγίου Δημητρίου και εκκλησιάζονται και στην συνέχεια κατευθύνονται στο νεκροταφείο του χωριού με την συνοδεία οργάνων.   

Τελικός προορισμός είναι η κεντρική πλατεία του χωριού, όπου χορεύουν το ταλίμι, που είναι χορός που αναπαριστά τις μάχες των Χιωτών με τους πειρατές.   

Το έθιμο κορυφώνεται στην εκκλησία του Αγίου Ευστρατίου, όπου κρεμούν στα κάγκελα του ναού χιώτικα λάβαρα και σημαίες.



Κως
Την Κυριακή της Αποκριάς στην περιοχή γύρω από τον Κέφαλο και την Αντιμάχεια αναβιώνει το έθιμο με τις "καμουζέλες", που κρατάει εδώ και μισό αιώνα στο νησί της Κω. Οι «καμουζέλες» ή ελαφάκια, στα παλιά τα χρόνια, ήταν μασκαράδες βαμμένοι με κάρβουνα, σκεπασμένοι με «χράμια» (πολύχρωμες υφαντές κουβέρτες) και κραδαίνοντας την «κοκάλα» γύρναγαν στους δρόμους του χωριού πειράζοντας και διασκεδάζοντας τους κατοίκους.   



Το έθιμο περιλαμβάνει πλούσια παραδοσιακή μουσική, ευτράπελα, άφθονο ούζο, κρασί και παραδοσιακούς μεζέδες, ενώ αργά το βράδυ γίνεται το κάψιμο του στοιχειού.

Λέρος

Οι Αποκριές γιορτάζονται με τις «καμουζέλες», μασκαράτες, και τους αυτοσχέδιους ποιητές που σκαρώνουν περιπαικτικά στιχάκια τα οποία απαγγέλλουν παιδιά ντυμένα καλογεράκια πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι. Το ίδιο έθιμο έχουν επίσης και στη Σύμη.
 



 

ΕΠΤΑΝΗΣΑ

 

ΖΑΚΥΝΘΟΣ
Ένας παραδοσιακός ντελάλης γυρίζει το νησί και διαλαλεί το πρόγραμμα του καρναβαλιού. Σ’ όλη τη διάρκεια της Αποκριάς διοργανώνονται χοροί, παρελάσεις και άλλα δρώμενα. Τις Κυριακές των Απόκρεω και της Τυρινής γίνεται η περιφορά του Καρνάβαλου με τη συνοδεία αρμάτων από όλες τις περιοχές του νησιού. Οι εκδηλώσεις κλείνουν με την πολύ διασκεδαστική «Κηδεία της Μάσκας». Πρόκειται για μια αναπαράσταση - παρωδία κηδείας με πολύ γέλιο, όπου τη θέση του νεκρού παίρνει ο Καρνάβαλος, ενώ ακολουθούν οι θλιμμένοι συγγενείς, με απερίγραπτη εξέλιξη. Το καρναβάλι δεν περιορίζεται μόνο στην πόλη, αλλά μεταφέρεται και σ' όλα τα χωριά του νησιού.



ΚΕΡΚΥΡΑ

Ο Ντελάλης το πρωί, με σαλπιγκτές και τυμπανιστές, διαβαίνει τους δρόμους της πόλης για να αναγγείλει τον ερχομό του Σιόρ Καρνάβαλου. Η μεγάλη πομπή, με άρματα, φιλαρμονικές και μασκαρεμένες συντροφιές, κατευθύνεται στην Κάτω Πλατεία για το καθιερωμένο γλέντι. 


Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς η παρέλαση του Σιόρ Καρνάβαλου, αφού διαβεί το Σαρρόκο, την οδό Γ. Θεοτόκη, τις Κάρντε Λάκουες, θα τερματίσει στην Κάτω Πλατεία όπου θα γίνει το κάψιμό του.