Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Φάτα Μοργκάνα, Κωνσταντίνος Ζαχαρόπουλος

 
2ο βραβείο του 4ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού
 ΕΛΙΚΩΝ 

Δεν το γνωρίζω ετούτο το νησί



κι ας πλέουν στ' ακρόπρωρο 

μνήμες οικείες 

ριγμένες ανάκατα σα φύλλα χινοπωρινά 

πάνω στις γλαυκές στέγες 

των κυμάτων. 

Κάποτε οι φλέβες του μεσημεριού 

ακουμπισμένες στα σγουρά κοχύλια

κάποτε μια πέτρα σκαλιστή 

απ'το αρχαίο θύμωμα του ανέμου 

-εδώ η φτέρνα του Κενταύρου εκεί της Πενθεσίλειας 

το κομμένο χέρι-

Το βλέμμα ερίζωσε σε κάποια ξέρα μακρινή 

να μαντέψει τους γλάρους εναλίων ρημάτων 

μα η ποίηση όπου την αγγίξεις σε πληγώνει.



Δεν το γνωρίζω ετούτο το νησί.



Συνθλίβεται η μοίρα συχνά 

στις Συμπληγάδες της γλώσσας 

μετατοπίζοντας στα ύφαλα των συλλαβών 

το ελάχιστο βάρος των πραγμάτων: 

Γράψε «μόνος» εκεί που θα 'γραφες «μονός» 

να 'χει το σχήμα του ασπρισμένου βότσαλου 

και του πεσμένου φύλλου. 

Γράψε «γέρνω» αντί για «γερνώ» 

που 'χει μια κλίση ρέουσα και εναργή 

όπως ο ήλιος πάνω από το Ταίναρο 

ή το νερό μες στο ποτήρι. 

Πες «πότε;» αντί να πεις «ποτέ!» 

να 'ναι εύπλαστο και προσιτό 

σαν ίσκιος καρυδιάς που ξεμπαρκάρουνε 

οι ονειραμοιβοί κι οι γρύλοι.



Δεν το γνωρίζω ετούτο το νησί





μήτε το ανίσκιωτο ακρογιάλι 

του πικρού γυρισμού μήτε το ριζωμένο λιόδεντρο 

μήτε το γέρικο σκυλί. 

Ανάμεσα στα ροζιασμένα δάχτυλα 

και το γλυφό ηλιοσκαμμένο δέρμα 

εκείνων που εξορίστηκαν στις πολιτείες του νοτιά 
η ποίηση όπου την αγγίξεις σε πληγώνει.

Χάσιμο χρόνου (Η εμφύλιος διχογνωμία), Γεώργιος Μουτσινάς

 
 1ο βραβείο του 4ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ
 
 
Ενταύθα
«Δεν φταίω'
οι ακρώρειες παραδοξολογίες της τυμβωρύχου ιδιοσυστασίας μου 
υπερέβησαν τα εσκαμμένα» απολογείτο έμφοβη η Μνήμη
Θέλοντας να εκπονήσει επιμνημόσυνο δέηση 
για τις πληγείσες ιδιοσυγκρασίες, μεταρσιώθηκε· 
από ακρογωνιαία πρωτουργός της Πλοκής, εξετροχιάσθη κρουνηδόν 
στην υπ' αριθμόν ένα ακερδή λαθραναγνώστριά της
Μετέρχετο ιδίοις εξόδοις προσηκόντων νοσηλείων 
μέτρων αστυνόμευσης - εγνωσμένου ρεβανσισμού: 
βαττολογώντας, εκπαραθύρωσε και καρατόμησε πασιφανώς 
την κοιτίδα αργυραμοιβό, Λήθη αγανάκτησή της 
-το αντεπιστέλλον της, απάτορ μέλος-
αναφανδόν μεμφόμενη κεφαλών, ήσπαιρε περί της διπλωπικής τους ώσμωσης
«μέμνησο, μη φόβος σε νικάτω φρένας. 
συ δ' αυτάδελφον αίμα και κοινού πατρός» [1]
«επιτρέψατέ μου» 
προφασίστηκε εν συνεχεία ιταμώς 
η εν ταις πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα Στιγμή
Παρενεβλήθη αποπειρώμενη να διακριβώσει καταλεπτώς 
πώς πληκτρίζεται, πώς ορθογραφείται το «τετέλεσται»
-  δια του «σταυρωθήναι»;
Πώς εμφιλοχωρεί, πώς δηλώνεται το απραγματοποίητο· 
το προσδοκώμενο, η αόριστη επανάληψη πού υπόκεινται, πού οφείλονται
Στο καταχείμωνο, πότε παρέρχεται, ποιον αντιπαρέρχεται η Ισημερία· 
πόθεν πώς το εκάστοτε γραμμάτιο Υποκείμενο δαΐζεται, το κατηγορούμενο 
πώς εκκυβεύεται, και μεταξύ ποίων ιδιοκτητικών ρημάτων διαμερίζεται
Ποιος απαξίωσε όσα καταχώνιασες ξεφτισμένα καλοκαίρια 
σε στέρφες κολπώσεις εκκαυμάτων ως έγγιστα οπερετικών
-  Θαρρείς; Έχει περάσει πια η μόδα
Η ετεροπροσωπία πώς συνάγεται, ο γοερός σολοικισμός της 
πώς εκφέρεται -αν εκφέρεται-
Η αυτοπάθεια, η αλληλοπάθεια, η απάθεια, η αλλοπάθεια, πώς φθέγγονται
-  η δοτική προσωπική, η γενική κτητική
συνέστησαν εκ των ενόντων, μονάχες τους, σωσίβιες πτώσεις;
Με ποιους συνετάχθη το ποιητικό αίτιο, οι υποθετικοί λόγοι 
λανθάνοντες και μη, εξαρτώμενοι, ο Εμφωλεύων, ο πλάγιος
«Με ποιο δικαίωμα, Κύριε, προς τι 
τιθέμεθα προ τετελεσμένου γεγονότος» λίαν ενθέρμως διετείνετο
«Προς θεού
Βασικά, μόνο και μόνο που υπήρξατε, ήτανε κάτι σαν άνορχις εγωτισμός
Κοίταξε στο μεσοδιάστημα, τουλάχιστον, 
να δίνεσαι να δίνεσαι να τρωθείς, να πληγείς, να ματώσεις»
κατηνέγκατο εναργώς η μονόχορδη, νουνεχής Πραγματικότητα.


Εις το «δια ταύτα»
«Κι όμως, δεν στάθηκα πολύ 
αν μη τι άλλο, μέχρι να εκκινήσει τις αυτόφωρες διαδικασίες επιβίβασής του 
ο νεφοσκεπής μου Συρφετός, ώσπου να εκτυλιχθεί 
ο τοκογλυφικός υετός της απτίλου Μνήμης
Και πάλι, κατόρθωσε μονοστιγμής, ερήμην μου να συνονθυλεύσει 
αραδιάζοντας παρ' ολίγον ταχυδακτυλουργικώς τα ενθύμια συμπράγκαλά της:
τα οδοιπορικά, την προαναχώρηση, τα όστρακα, τα ειδωλεία, τα εδώλια, 
τ' αλλόφωνα, τ' αλλόφρονα,
τα γραμμόφωνα, τα φερέφωνα, τα μονόξυλα και τα ερημοκκλήσια» 
αποποιήθηκε αυτεπαγγέλτως πάσης ευθύνης η ποταπή μου Ατολμία
«Τελεύει, τελεύει ο άνθρωπος» 
θρηνούσαν ακράδαντα οι συμπληγάδες της Λέξεις
«προϊδών ελάλησε περί της αναστάσεως του Χριστού 
ότι ου κατελείφθη η ψυχή αυτού εις άδου 
ουδέ η σαρξ αυτού είδε διαφθοράν.» [2]
Στο μεταξύ, αλήθευε η ξεμωραμένη Νύχτα κατά δήλωσίν της
- εξ αδιαιρέτου αναθηματικήν
Με τα χείλη της εγεύετο άξεστα τις οξύληκτες επάλξεις 
της σεληνιακής της λαιμητόμου,
κατακυριεύοντας άνευ χαρτοφυλακίου και κρυφίως εκπορνεύοντας 
ό,τι παλιατζούρες περιστάσεις έβρισκε μπροστά της
Τώρα, θέλεις γιατί παρεπιδημούσε εντεταμένη χαμερπώς 
η διαλελυμένη αποφορά της Σήψης
επαίρετο σατραπικά ανυποχώρητη στα χέρια της μητέρας μου
- μεσίστια έκειτο η ιζηματογενής κατολίσθησή της· 
θέλεις γιατί η στρίγγλα η εντοπιότητά της 
καθότανε άγαρμπα σε καρέκλα με τρία πόδια,
ψάλλοντας μπακαλίστικα το τριώνυμο άλγος της αμφιβόλου ενδιαίτησής της 
Θέλεις επειδή το στερέωμα έπασχε από ακατάσχετη αστρορραγία
-η γραία ψυχοσύνθεσή του
ψηλάφιζε άκριτα οζαινώδεις προτομές απωλειών-
Θέλεις, πάλι, γιατί οι άκροτες κραυγές της Απόγνωσης
ενετέλλοντο ραχατλίδικα εις ευήκοα ώτα εξορίστων ιδιοσυστασιών
-αυτή αν πήρε κι έδωσε δήγματα γραφής για το ασύδοτο ποιόν της
«Αχ, τι θέλω και μιλάω - είναι χάσιμο χρόνου η μεμψιμοιρία
καρκινοβασία, παρέλκυση είναι η εμφύλιος διχογνωμία της Οιμωγής» εξανέστη εν τέλει η μπαϊλντισμένη αυτοσυντήρησή μου
«Να μου κάνεις τη χάρη 
Ούτως ή άλλως, η ευσύνοπτη περίοδος χάριτος είναι που επείγει
να κατασκαφθείς».
 



[1] Αισχύλου «Ευμενίδες», 88-89. Απόλλων (ed. Herbert Weir Smyth, 1926). 
[2] Κανών της Καινής Διαθήκης. Ευαγγελιστού Λουκά, Πράξεις των Αποστόλων, 2: 31. Το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου κατά την Πεντηκοστή.

Συζήτηση γύρω από τη δημιουργική γραφή



Πριν από μερικά χρόνια, πιο συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2011, η διαδικτυακή πύλη για τις ιδέες, τον πολιτισμό και το βιβλίο «Bookpress.gr» είχε κάνει μια δημοσκόπηση που αφορούσε τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν εκφράζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη συζήτηση που γίνεται γύρω από την δημιουργική γραφή η οποία τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μεγάλη άνθηση και στη χώρα μας, μέσα από το πλήθος των σεμιναρίων που διοργανώνουν εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοπωλεία, χώροι πολιτισμού και εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Πρόκειται για μια νέα μόδα που θα περάσει; Είναι μια ανάγκη των βιβλιόφιλων να εκφραστούν διαφορετικά; Μήπως είναι μια αναζήτηση διεξόδου από την κρίση που ταλανίζει τους πάντες; Μια μορφή ψυχοθεραπείας μέσω της γραφής; Ή μήπως πρόκειται για έναν εύκολο τρόπο συγγραφικής και εκδοτικής δικτύωσης; 

Συγκεντρώσαμε εδώ τις δημοφιλέστερες απαντήσεις στη δημοσκόπηση της «Bookpress» και στη συνέχεια ζητήσαμε από τους υπεύθυνους των σεμιναρίων να τις σχολιάσουν:

Σχολιάζει ο συγγραφέας Γιώργος Ξενάριος


1. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής δεν ωφελούν σε τίποτε. Η λογοτεχνική γραφή δεν διδάσκεται
Η ιδέα της διδασκαλίας της δημιουργικής γραφής πλησιάζει περισσότερο το παλιό πρότυπο της μαθητείας, τη σχέση μάστορα-κάλφα, καθώς και το μεσαιωνικό πρότυπο των συντεχνιών, παρά το, μεταμοντέρνας υφής, αίτημα για μια νοσταλγία της γνώσης. Η σχέση «δασκάλου»-«μαθητή», εδώ, στον βαθμό που διατηρεί την αυθεντικότητά της, είναι μια σχέση φορτισμένη μεν, πλην αδιαμεσολάβητη από τα βάρη του διδακτισμού και του ηθικισμού, που χαρακτηρίζουν τις περισσότερες σύγχρονες μορφές μετάδοσης της γνώσης. Υπό την έννοια αυτή –και αποκαθαρμένα από τη σύγχρονη λαϊκή μυθολογία με την οποία έχουν ήδη προλάβει να προσμειχθούν και η οποία τα θέλει εργοτάξια παραγωγής συγγραφέων– τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, κυρίως, ιδρύουν έναν διάλογο ανάμεσα σε δύο μέρη.


2. Εξαρτάται από τον δάσκαλο. Ο καλό δάσκαλος μπορεί να εμπνεύσει
Η διατύπωση αυτή θέτει, αυτόματα, τον συγγραφέα σε θέση «δασκάλου». Η διδακτική σχέση, σχέση όχι ουδέτερη, προϋποθέτει έναν ετεροβαρή διαχωρισμό ανάμεσα σε «διδάσκοντες» και «διδασκομένους», πράγμα που δεν ισχύει στις περιπτώσεις των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Θα ήμασταν πιο κοντά στην αλήθεια, αν λέγαμε ότι πρόκειται για μια ανταλλαγή εμπειρίας και εμπειριών, οπότε, οπωσδήποτε, η ικανότητα μετάδοσης της πληροφορίας παίζει τον ρόλο της.


3. Σπουδαίοι συγγραφείς έχουν πάρει μέρος σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής
Η μαθητεία στη λογοτεχνία είναι ισόβια. Ο συγγραφέας, συχνά εκκινώντας από το προσωπικό βίωμα, το μετασχηματίζει σε αισθητικό γεγονός. Δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο η συμμετοχή σ’ ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής πρέπει να αποτελέσει εξαίρεση ακόμα και για έναν καταξιωμένο συγγραφέα. Επιπλέον, η διαδρομή από τη βιωματική εμπειρία στη λογοτεχνική μετατροπή της είναι πάντα τεθλασμένη και μπορεί κάλλιστα να περιλαμβάνει και αυτού του είδους τη «μαθητεία».


4. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής βοηθούν τους συμμετέχοντες να γίνουν καλύτεροι αναγνώστες
Η σχέση ανάγνωσης-γραφής είναι παλιά και αδιαμφισβήτητη. Ανάγνωση και γραφή είναι το μοιραίο ζεύγος για τον συγγραφέα, ο οποίος, πριν από κάθε τι άλλο, είναι ένας άνθρωπος που διαβάζει. Η ανάγνωση όμως που επιτελεί ο συγγραφέας είναι μια, ας πούμε, ειδικού τύπου ανάγνωση: ανακαλεί κάθε φορά το αναγνωστικό παρελθόν του ενεργοποιώντας πολύπλοκους ψυχο-διανοητικούς μηχανισμούς και, συνδυάζοντάς το με το αφηγηματικό του πρόγραμμα, ορίζει καθοριστικά τον συγγραφικό του ορίζοντα. Κάτι τέτοιο, τηρουμένων των αναλογιών, συμβαίνει και με τους συμμετέχοντες στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής.


5. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής καταστρέφουν τα πηγαία ταλέντα αλλά βοηθούν όσους γράφουν με «συνταγές»
Το κυριότερο περιεχόμενο του πολυσυζητημένου «ταλέντου» είναι, νομίζω, η διαθλαστική δύναμη του συγγραφέα, η ικανότητά του να μεταμορφώνει τα δεδομένα της εμπειρίας. Το «ταλέντο» δεν είναι ένα εκ των άνω δώρο –αν και η κλίση, η ροπή μπορεί να είναι– παγιωμένο, παγωμένο μέσα στον χρόνο, αλλά μια διαρκώς μεταβαλλόμενη δυνατότητα, μια δυνατότητα υπό συνεχή διαμόρφωση. Συνεπώς περιλαμβάνει, πέρα από την προσωπική εμπειρία, και κάθε άλλο παράγοντα που μπορεί να τροποποιήσει τη συγγραφική συνείδηση, άρα και τον διάλογο που εγκαινιάζεται στο πλαίσιο της «διδασκαλίας» της δημιουργικής γραφής. Όσο γι’ αυτό που ονομάζεται «συνταγή», δεν επιδέχεται καμιά συζήτηση. Μόνο κακοί, αναρμόδιοι «διδάσκοντες» συγγραφείς μπορούν να βασίσουν αυτόν τον διάλογο σε κάτι τόσο ανυπόστατο όσο οι «συνταγές συγγραφής μυθιστορήματος».


6. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής κάνουν τους κακούς συγγραφείς μέτριους, τους μέτριους καλούς και τους καλούς καλύτερους
Τίποτε απ’ όλα αυτά. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής ιδρύουν έναν θεσμικό διάλογο ανάμεσα σε ανθρώπους που, κατά τεκμήριο, έχουν μεγαλύτερη τριβή με τα κείμενα, τους «διδάσκοντες», και σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται να γράψουν, να διαβάσουν συστηματικά, να βρουν ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, να συστήσουν μια κοινότητα. Ο κακός συγγραφέας θα παραμείνει κακός, ο μέτριος μέτριος και ο καλός εξίσου καλός.


7. Τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής σε βοηθούν να κερδίσεις χρόνο, αλλά δεν σε κάνουν καλύτερο συγγραφέα
Τα όσα είπα παραπάνω ισχύουν και σ’ αυτό το σημείο. Επιτρέψτε μου μόνο μια τελευταία παρατήρηση: τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής αποτελούν σημαντικά, κατά τη γνώμη μου, σημεία έντασης στο λογοτεχνικό πεδίο και, έτσι, συμβάλλουν θετικά στη λειτουργία και στην ανανέωση του λογοτεχνικού συστήματος.


*Ο Γιώργος Ξενάριος είναι υπεύθυνος των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής στις εκδόσεις Κέδρος. 



ΠΗΓΗ
iefimerida.gr

Λάθη στη συγγραφή, του Γιώργου Πανόπουλου




Read more at: http://www.literature.gr/
Πολλές φορές αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που κάνει ένα λογοτεχνικό βιβλίο να είναι καλό, να πουλήσει χιλιάδες ή κι εκατομμύρια αντίτυπα στον κόσμο και γιατί όχι, να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Εν Ολίγοις ψάχνουμε να βρούμε το μυστικό της επιτυχίας. 

Παρόλ’ αυτά δεν υπάρχουν μόνο συνταγές, αν υπάρχουν, αλλά υπάρχουν και λάθη που ένας επίδοξος συγγραφέας θα πρέπει να αποφεύγει. Υπάρχουν παγίδες λοιπόν, στην οδό της έμπνευσης που μοιάζουν τόσο γοητευτικές στο συγγραφέα αλλά ταυτόχρονα απωθητικές για τον αναγνώστη. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές επειδή ο συγγραφέας κόπιασε ακόμα και γι’ αυτά του τα λάθη, του είναι δύσκολο να τα αναγνωρίσει, πόσο μάλλον να τα εξoστρακίσει από το κείμενό του. 

Ας δούμε κάποια από αυτά: 
Πρώτα απ’ όλα διαπιστώνεται σε αρκετά μυθιστορήματα ακατάπαυστη φλυαρία. Οι συγγραφείς θέλοντας να εμπλουτίσουν το κείμενό τους και να το κάνουν πιο ζωντανό περιγράφουν ένα σωρό άσχετες ιστορίες του παρελθόντος του ήρωα ή ανθρώπων που κινούνται γύρω του. Κατ’ αρχή όσο ενδιαφέρον κι αν είναι το παρελθόν ενός ήρωα, αν δεν συνδέεται άμεσα με το παρόν του, κάνει τον αναγνώστη να βαριέται. Το ίδιο ισχύει και για τις διηγήσεις των ατόμων που τον πλαισιώνουν. Ουσιαστικά το μόνο που καταφέρνουν να κάνουν αυτές οι ιστορίες είναι να κουράζουν και να αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη. 
Και θα σκεφτεί κανείς: δεν ενδιαφέρει η καθημερινότητα του ήρωα; Σαφώς η αποτύπωση μιας καθημερινότητας κάνει τον ήρωα πιο προσιτό και ελκύει τον αναγνώστη. Με μια ειδοποιό διαφορά ωστόσο. Η καθημερινότητα θα πρέπει να εντάσσεται ως βοήθεια ή εμπλοκή στην εξέλιξη του ήρωα. Θα πρέπει να παίζει διακριτό ρόλο στην υπόθεση. Αλλιώς μιλάμε για ένα ημερολόγιο με περιττές πληροφορίες. 

Μια άλλη τρομακτική παγίδα για τον συγγραφέα είναι η όλο και αυξανόμενη τάση παραγωγής βιβλίων με πολλά πρόσωπα και πολλές υποπλοκές. Φυσικά η δημιουργία και η καλλιέργεια πολλών χαρακτήρων αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα καθώς ένας συνηθισμένος άνθρωπος συνδιαλέγεται με πολλά άτομα στη ζωή του κι έχει επιπλέον πολλά προβλήματα που τον απασχολούν ταυτόχρονα. Αν συμπεριλάβει κανείς και τα προβλήματα των άλλων, τότε μπορεί να φτιάξει άπειρες παράλληλες ιστορίες. Κι εδώ ακριβώς είναι η στιγμή που πρέπει να επιβληθεί μέτρο. Όσα πρόσωπα κι αν υπάρχουν και να κοσμούν την πλοκή του βιβλίου, ο αναγνώστης επιζητά εκείνο ή εκείνα τα πρόσωπα με τα οποία θα ταυτιστεί. Οι κεντρικοί ήρωες, οι πρωταγωνιστές, θα πρέπει να είναι μετρημένοι και να δίνεται ο απαραίτητος χρόνος και χώρος στον αναγνώστη να γνωρίσει αυτούς τους ήρωες. Με την παραγωγή αμέτρητων χαρακτήρων το μόνο που γίνεται είναι να μπερδεύεται. Οι παράλληλες ιστορίες είναι αναγκαίο να συνδέονται μεταξύ τους. 

Τέλος θα μιλήσουμε για πρωτοτυπία. Είναι κάτι που όλοι οι καλλιτέχνες αναζητούν. Επιθυμούν να σκεφτούν κάτι πρώτοι, να το καταγράψουν και να ενθουσιάσουν το κοινό τους. Δυστυχώς στις μέρες μας σχεδόν όλα έχουν ειπωθεί και ξαναειπωθεί. Ο συγγραφέας σήμερα οφείλει να επικεντρώνεται στο θέμα που θα επιλέξει ώστε να προσελκύσει τον αναγνώστη. Πρέπει να βρει τι είναι επίκαιρο και πώς θα το παρουσιάσει. Η πρωτοτυπία λοιπόν, δεν έγκειται στο θέμα αλλά στον τρόπο. 

Φυσικά πάνω από όλα τον πρώτο λόγο τον έχει ο αναγνώστης και ύψιστη υποχρέωση ενός συγγραφέα είναι να κοπιάζει για το έργο του.




ΠΗΓΗ
Literature.gr

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

2η ΟΜΑΔΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ



2η Ομαδική Ποιητική Συλλογή
ISBN 978-618-81901-9-1
σελ. 88


Η συμμετοχή μου με το ποίημα ''Σκέψεις'' στη συλλογική Ποιητική συλλογή των εκδόσεων Διάνυσμα.


Συμμετοχές κατ’ αλφαβητική σειρά:

ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ-ΚΟΡΝΗΛΙΑΔΗΣ

ΝΕΦΕΛΗ ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΔΑΚΑΣ

ΣΤΑΜΑΤΙΑ ΒΛΑΓΚΑ

ΧΑΡΗΣ ΓΑΝΤΖΟΥΔΗΣ

ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΒΑΚΙΡΛΗ-ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΚΡΙΝΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΓΚΟΥΜΑ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΒΟΥΔΟΥΡΗ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΙΑΔΗΣ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΙΚΑΝΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

ΜΑΡΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

ΛΙΤΣΑ ΚΥΠΡΑΙΟΥ

ΜΑΡΙΛΙΑ Λ.

ΜΑΡΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΤΖΑΡΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΧΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΟΝΟΒΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΤΖΟΥΚΑΣ

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΝΤΟΒΑΣ

ΛΟΥΚΑΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

ΛΟΥΚΙΑ ΠΛΥΤΑ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΝΟΥ

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΛΙΑΚΑΣ

ΠΟΠΗ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ

ΦΑΙΗ ΡΕΜΠΕΛΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΣΟΥΒΑΤΖΗΣ

ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

ΝΙΝΑ ΤΑΜΟΥ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΙΟΥΤΑΚΟΣ

ERINA ESPIRITU

Πρέβεζα, Κώστας Καρυωτάκης



  Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια ''ελλιπή'' μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
''Υπάρχω;'' λες, κ' ύστερα ''δεν υπάρχεις!''
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Το Μονόγραμμα, Οδυσσέας Ελύτης


I
Θά πενθώ πάντα μ’ ακούς; γιά σένα,
μόνος, στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος
Μια στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μια στόν αέρα μια στή μουσική
Τα δυο μικρά ζωα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ το δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τα κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’ τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρεις φορές το μώβ τρεις μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί το τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο μέ τη Γοργόνα μέ τα ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ το λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


 ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’ αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού, γιά το μικρό το πόδι σού μες στ’ αχανή
σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά το "τί" καί το "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα Εσύ το νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο καί το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μενα

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στόν κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς
Τό χαμένο μου το αίμα καί το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μες στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιος, μ’ ακούς
Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά `ρθει μέρα, μ’ ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ’ ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα, μ’ ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς
Τής αγάπης
Μια γιά πάντα το κόψαμε
Καί δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Καί κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου, άκου
Ποιος μιλεί στά νερά καί ποιος κλαίει ακούς;
ποιος γυρευει τον αλλο, ποιος φωναζει
ακους;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι νά `ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, νά μέλει κοντά σου νά `ρθω
Πού δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στά μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κεί, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τούς κόλπους, τα μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού, μέσα στό σπίτι μέ το σκρίνιο το παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί το κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’ άλογο του Αγίου καί το αυγό της Ανάστασης
Σάν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τη στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μην έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μες στίς ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ, μπορεί, καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μες στό σώμα καί πού τρυπάει τη θύμηση
Καί νά το χώμα, νά τα περιστέρια, νά η αρχαία μας γή.

VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μες απ’ το νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μες στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μες στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’ έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά `χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’ άσπρο καί το κυανό η ψυχή μου !
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τη ρολογιά καί το γκιούλ μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος, καί ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο!

VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περπατάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον παράδεισο