Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Διδάσκεται η δημιουργική γραφή;



ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
Φέτος πρώτη φορά δίδαξα μυθιστόρημα στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής του «Ιανού», και θα μιλήσω βάσει αυτής της εξαιρετικής εμπειρίας. Τα σεμινάρια ασκούν μεγάλη έλξη, επειδή, πρώτο και κύριο, διασώζουν την προσωπική σχέση μαθητή και δασκάλου, αυτού του σπάνιου στην εποχή μας ενώπιος ενωπίω. Στα αντίστοιχα ιντερνετικά μαθήματα αυτή η πολύτιμη σχέση αλλάζει ή χάνεται. Δεν με ενδιαφέρουν.

Το ότι οι ενήλικοι μαθητές επιλέγουν τον δάσκαλό τους ανάμεσα σε όσους διδάσκουν σήμερα, συνήθως ένα συγγραφέα που εκτιμούν κι έχουν διαβάσει, είναι επίσης βασικός λόγος έλξης. Οι ενήλικοι αυτοί μαθητές σίγουρα αγαπούν τη λογοτεχνία. Από την αρχή γνωρίζουν ότι δεν «θα γίνουν συγγραφείς» με τη λήξη του σεμιναρίου, κάτι αδύνατον να συμβεί κάτι τόσο μηχανιστικό – στο δικό μου σεμινάριο πάντως τρεις είχαν ήδη εκδώσει βιβλία τους! 

Οι περισσότεροι έχουν κάνει δοκιμές γραφής και ξέρουν ότι στα σεμινάρια θα ασκηθούν πολύ συστηματικά στο γράψιμο, συζητώντας επί των ασκήσεων. Ολοι, ωστόσο, θέλουν να συστηματοποιήσουν τις σκόρπιες γνώσεις τους για τη λογοτεχνία, να συζητήσουν, να λύσουν απορίες τους, να αποκτήσουν ευρύτερες γνώσεις. Δεν θα παραλείψω το όφελος και τη δική μου χαρά απ’ αυτά τα σεμινάρια.

Αλλος λόγος έλξης είναι ότι, για την επιλογή των μαθητών, δεν υπάρχει απαγόρευση για το επάγγελμα, την ηλικία, ή το μορφωτικό τους επίπεδο. Αυτό έχει πολύ γόνιμα αποτελέσματα, καθώς τα μαθήματα και οι γραπτές ασκήσεις συζητιούνται μέσα στην τάξη.


Με εντυπωσιάζει με πολύ θετικό τρόπο το ότι άνθρωποι κάθε λογής διαθέτουν σήμερα ώρες από τη ζωή τους και κάποιο χρηματικό ποσόν, για να εντρυφήσουν στη λογοτεχνία, να βελτιώσουν τα δικά τους γραπτά, να ασχοληθούν με το ποιοτικό βιβλίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όφελος για το ποιοτικό βιβλίο είναι τεράστιο απ’ αυτά τα σεμινάρια, αφού οι μαθητές, αν δεν είναι ήδη καλοί αναγνώστες, εξελίσσονται σε καλύτερους.

Ενας ακόμη λόγος έλξης είναι ότι τα σεμινάρια αποτελούν μια νέα μορφή εκπαίδευσης για ανθρώπους που θέλουν να εμβαθύνουν σε αυτό που τους αρέσει. Είχα τις ενστάσεις μου όταν πρωτάρχισαν, αφού εμείς, οι παλιότεροι, μόνοι μας γράψαμε, μόνοι μας διαβάσαμε.


Και οι εποχές, ωστόσο, και οτιδήποτε αφορά το βιβλίο, έχουν αλλάξει ανεπίστρεπτα. Ας διακρίνουμε και ας υποστηρίξουμε τα θετικά στοιχεία. Ας μη λησμονούμε και όσους, λίγοι ήταν, καθόρισαν επίσης τα δικά μας βήματα. Δεν ήμασταν ποτέ ολομόναχοι.


Διδάσκεται τελικά η λογοτεχνική γραφή; Υπάρχουν, θα έλεγα, κάποια κλειδιά από τη μεριά του συγγραφέα, κάποια αντικλείδια από τη μεριά του αναγνώστη, που μπορούν να διδαχθούν, φτάνει να αγαπούν και οι δυο τους τη λογοτεχνία.




ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ**
Διδάσκεται η δημιουργική γραφή; Πώς γίνεται κανείς λογοτέχνης, σε μια εποχή που η ατομική διανοητική άσκηση έχει υποκατασταθεί από τη μαζική «διά βίου εκπαίδευση»; Και μπορεί άραγε κανείς να γίνει λογοτέχνης παρακολουθώντας τα πληθωρικά «σεμινάρια», που ακμάζουν γύρω μας, με οργανωτική ευθύνη των εκδοτικών οίκων και με διδακτική προσφορά αναγνωρισμένων (και μη) συγγραφέων; Ο σπουδαίος γλωσσολόγος Ρόμαν Γιάκομπσον είχε δώσει την πιο γρήγορη, αντιρρητική και προκλητική απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, με αφορμή την υποψηφιότητα του Ναμπόκοφ για μία «έδρα λογοτεχνίας» στο Χάρβαρντ. «Ποιο είναι το επόμενο βήμα; Να φωνάξουμε τους ελέφαντες για να διδάξουν ζωολογία;».

Αναμφισβήτητα, η διδασκαλία της δημιουργικής γραφής εξελίχτηκε σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα αντικείμενα της εκπαιδευτικής θεωρίας και πρακτικής, ιδίως όταν διασταυρώθηκε με τους εμπορικούς κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης: τα νέα ακαδημαϊκά προγράμματα σπουδών, το εκδοτικό μάρκετινγκ, την εξ αποστάσεως διδασκαλία, τα νέα δίκτυα κοινωνικότητας. Αν εξετάσουμε τη διανοητική ιστορία του αντικειμένου, θα δούμε πως η ίδια η έννοια της δημιουργικής γραφής είναι ένα σχετικά πρόσφατο πολιτισμικό προϊόν. Μετράει σχεδόν 30 - 40 χρόνια ζωής. Αν θέλουμε να συνοψίσουμε την πορεία αυτή, θα λέγαμε πως ξεκίνησε ως χρήσιμο εργαλείο κατανόησης της λογοτεχνίας για να εξελιχτεί σε καλλιτεχνικό αυτοσκοπό. Με άλλα λόγια, είναι άλλο πράγμα να μαθαίνει κάποιος/κάποια να γράφει σονέτα για να επικοινωνήσει βαθύτερα με την ποίηση του Σαίξπηρ, και είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να νομίζει ότι θα γίνει και ο ίδιος/η ίδια ποιητής/ποιήτρια, παρακολουθώντας κάποια σεμινάρια.


Προφανώς, η σύγχρονη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου καθώς και η συμβολική σύνδεση της «δημιουργικής γραφής» με την πιθανότητα μιας επαγγελματικής ευκαιρίας έχουν διαμορφώσει νέες ανθρωπολογικές προϋποθέσεις για την παραγωγή και την κατανάλωση λογοτεχνίας. Μέσα σε αυτή την αλυσίδα, ωστόσο, ανακαθορίζονται και οι σχέσεις ακαδημαϊκών, συγγραφέων και κοινού, σε μια ενδιαφέρουσα διαδικασία αναγνωστικής ανταπόκρισης. Η λειτουργία πολλών «κοινοτήτων γραφής και ανάγνωσης» δημιουργεί μια νέα διάχυση της λογοτεχνίας, που δεν είναι κατ’ ανάγκην ξένη από την ανθρωπιστική αποστολή της. 


Αυτό που προέχει, επομένως, είναι να συζητήσουμε θεσμικά για τη μέθοδο, την πιστοποίηση, το κύρος της διδασκαλίας, αλλά και για τα αποτελέσματα. Για την ώρα, πάντως, όπως έχει παρατηρηθεί, τα προγράμματα δημιουργικής γραφής παράγουν στις μέρες μας περισσότερα καινούργια προγράμματα δημιουργικής γραφής και λιγότερους νέους συγγραφείς. Ισως είναι και αυτό ένα σύμπτωμα για τη δύναμη που έχουν οι κανόνες της αγοράς να αλλοιώνουν το υπαρξιακό αίτημα για την κατάκτηση της τέχνης.


* Η κ. Ρέα Γαλανάκη είναι συγγραφέας. Το μυθιστόρημά της «Η άκρα ταπείνωση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
** Ο κ. Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.




ΠΗΓΗ
Kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου