Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΈΚΟ



Ο δημιουργός του «Ονόματος του Ρόδου» (1980) και του «Εκκρεμούς του Φουκώ» (1988) έχει εκδηλώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό το ενδιαφέρον του για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Έχει δημοσιεύσει πάμπολλα δοκίμια για τη γλωσσολογία, την αισθητική, την κουλτούρα των μαζών και τη σημειολογία. Στο βιβλίο του «Φύλλο μηδέν», με όχημα τη μυθοπλασία, κριτικάρει με τη δική του, σαρκαστική, ματιά τη σφαίρα των ΜΜΕ στην Ιταλία του 1992, όπου εκτυλίσσεται η επιχείρηση «Καθαρά χέρια». Επικαλούμενος το φάντασμα του Μουσολίνι, αλλά και το τόσο προσφιλές σ’ αυτόν θέμα της συνωμοσιολογίας, ο Έκο εξιστορεί μιαν Ιταλία, όπου η άνοδος στην εξουσία κάποιου σαν τον Μπερλουσκόνι φάνταζε πέρα ως πέρα αδιανόητη.

Συνέντευξη στον Μικαέλ Μελινάρ*

Το μυθιστόρημά σας εκτυλίσσεται το 1992, τη χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε στην Ιταλία η επιχείρηση «Καθαρά χέρια»...

Από τη μια πλευρά, θέλοντας να μιλήσω για το παρελθόν της Ιταλίας με αφετηρία το 1945, έπρεπε να αυτοπεριοριστώ, ώστε να μην επεκταθώ σ’ ένα δυσανάλογα μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την άλλη, το 1992 υπήρξε μια χρονιά-ορόσημο για την ιταλική κοινωνία. Ο κόσμος πίστευε ότι όλα θα άλλαζαν, αφού διεξαγόταν μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον της διαφθοράς. Δύο χρόνια αργότερα, η εξουσία περιήλθε στα χέρια του Μπερλουσκόνι. Άρα τίποτα δεν άλλαξε, μάλιστα τα πράγματα χειροτέρεψαν. Αυτή η χρονιά παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το γεγονός ότι τοποθετώ το έργο μου στο 1992 επιτρέπει στους αναγνώστες να κάνουν μόνοι τους την ερμηνεία όλων όσων διαδραματίστηκαν στη συνέχεια.

Ποιοι λόγοι σας ώθησαν να γράψετε σήμερα ένα μυθιστόρημα πιο προσιτό στο κοινό;
Γερνώντας, γίνεται κανείς πιο σοφός. Δεν νιώθει την ανάγκη να δείξει ότι τα ξέρει όλα. Το βιβλίο αυτό είναι το λιγότερο «λόγιο» απ’ όσα προηγήθηκαν. Τα προηγούμενα μυθιστορήματά μου έμοιαζαν με συμφωνίες του Μάλερ. Αυτό εδώ είναι πιο πολύ τζαζ. Σαν τη μουσική του Τσάρλι Πάρκερ ή του Μπένι Γκούντμαν. Στα μυθιστορήματά μου, η φόρμα ακολουθεί πάντοτε το θέμα. Η φόρμα του Ονόματος του ρόδου ήταν το ύφος γραφής ενός χρονικογράφου του Μεσαίωνα. Στο Νησί της προηγούμενης μέρας ήταν μπαρόκ. Στο «Φύλλο μηδέν» το ύφος είναι δημοσιογραφικό, πολύ στεγνό. Εφ’ όσον αναφέρομαι στη σύγχρονη εποχή, το βιβλίο δεν κουβαλά το βάρος ιστορικών ντοκουμέντων, αν εξαιρέσει κανείς τις ιστορίες που συνδέονται με τον Μουσολίνι, οι οποίες αποτελούν τρόπον τινα μέρος της σύγχρονης καταγραφής.

Το «φάντασμα» του Μουσολίνι είναι πανταχού παρόν στο μυθιστόρημά σας. Τι αντιπροσωπεύει στην Ιταλία του σήμερα;
Ο Μουσολίνι μνημονεύεται διαρκώς, διότι δεν πρέπει να λησμονούμε το φασισμό. Γι’ αυτό, κάθε βράδυ, το κανάλι RAI – Storia μεταδίδει ιστορικά ντοκιμαντέρ. Το φάντασμα του Μουσολίνι είναι ακόμη παρόν. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά τόσο την κοινή γνώμη, όσο τις φασιστικές ομάδες. Το 1992, οι φασίστες ήταν ακόμη περιθωριοποιημένοι. Στη συνέχεια, ο Μπερλουσκόνι τούς άνοιξε την πόρτα για να μπουν στην κυβέρνηση. Εκείνοι έβαλαν λίγο νερό στο κρασί τους, την ώρα που από τα δεξιά τους ξεπρόβαλλαν άλλες ομάδες, πιο ριζοσπαστικές, όπως είναι σήμερα η Casa- Pound** που, από ορισμένες απόψεις, απαρτίζεται από ναζί. Άρα ο Μουσολίνι δεν υπάρχει στο μυθιστόρημά μου επειδή αντιπροσωπεύει, ενδεχομένως, μια εμμονή του μέσου Ιταλού. Κανείς ποτέ δεν επέμεινε στην εκδοχή ότι ίσως και να μην σκοτώθηκε, όσο ένας από τους ήρωές μου, ο Μπραγκαντότσο. Μου προξενούσε πάντοτε ευχαρίστηση να αποδεικνύω πώς, συνδέοντας διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, καταφέρνει κανείς πάντοτε να κατασκευάσει μια θεωρία συνωμοσίας. Άλλωστε, χάρη σ’ ένα αλλόκοτο στοιχείο της βιογραφίας μου, είμαι συνδεδεμένος με το θάνατο του Μουσολίνι για δύο λόγους: Μετά τον πόλεμο, έγινα φίλος με τον Πέντρο, τον παρτιζάνο που τον συνέλαβε. Και όταν αποκαλύφθηκε ότι πίσω από το ψευδώνυμο του «συνταγματάρχη Βαλέριο» που σκότωσε τον Μουσολίνι, κρυβόταν ο Βάλτερ Αουντίσιο, ο πατέρας μου ανακάλυψε πως είχε γεννηθεί στην πόλη μου (Σ.τ.Σ την Αλεξάνδρεια του Πιεμόντε) και ότι το σπίτι του απείχε δυό-τρία τετράγωνα από το δικό μας. Οι άνθρωποι που συνέλαβαν και σκότωσαν τον Μουσολίνι συνδέθηκαν στη μνήμη μου μ’ αυτά τα δύο επεισόδια. Ωστόσο, ήθελα να συνθέσω μια θεωρία συνωμοσίας βασισμένη σε μια ιστορία τόσο απίθανη που, ακόμη και ο πιο ηλίθιος αναγνώστης, να μην μπορεί να την πιστέψει –παρ’ όλο που υπάρχει πάντα η πιθανότητα να ανακαλύψεις κάποιον τόσο ηλίθιο ώστε να πιστεύει στις θεωρίες συνωμοσίας.

Η μετριότητα των δημοσιογράφων

Γιατί δώσατε στην εφημερίδα που αναφέρεται στο «Φύλλο μηδέν» τον τίτλο «Domani» (=αύριο);

Ο εκδότης Άντζελο Ριτσόλι είχε μια εβδομαδιαία εφημερίδα με τον τίτλο «Oggi» (=σήμερα). Θέλησε να εκδώσει ένα ημερήσιο έντυπο με ομώνυμο τίτλο. Επί τέσσερα-πέντε χρόνια, σχεδίαζε το φύλλο μηδέν (Σ.τ.Σ πιλοτικό φύλλο που ετοιμάζεται υπό συνθήκες κανονικής έκδοσης πριν από την κυκλοφορία της εφημερίδας). Σ’ έναν πελώριο ουρανοξύστη, υπήρχε η επιγραφή: «“Oggi”, il quotidiano di domani» (=«Oggi», η ημερήσια εφημερίδα του αύριο). Δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Κι επειδή στο μυθιστόρημα ο Σιμέι, ο διευθυντής, ισχυρίζεται πως η εφημερίδα του δεν πρέπει να μιλάει για τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας, θέλησα να της δώσω τον ειρωνικό τίτλο «Domani».

Ποια είναι η άποψή σας για τον ιταλικό Τύπο;
Ήδη από τη δεκαετία του ’60, έχω γράψει δοκίμια και άρθρα κάθε είδους για τα κακώς κείμενα του ιταλικού Τύπου. Ωστόσο, ακόμα και οι «New York Times» βάζουν σε εισαγωγικά οποιαδήποτε δήλωση κάνει κάποιος στο δρόμο, μεταμορφώνοντάς την έτσι σε «γεγονός», υπό το πρόσχημα ότι έτσι διαχωρίζουν το «γεγονός» από το σχολιασμό. Όλες οι εφημερίδες αυτό κάνουν. Είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει επανειλημμένα ασκώντας πολεμική. Απλούστατα, όταν γράφω ένα δοκίμιο, ο κόσμος αδιαφορεί. Μ’ ένα μυθιστόρημα, όμως, ο κόσμος δίνει στα προβλήματα τη δέουσα προσοχή. Θέλησα να αναπαραστήσω με τον πιο γκροτέσκο τρόπο τη μετριότητα των δημοσιογράφων, ωστόσο πολλά απ’ αυτά τα κακώς κείμενα υπάρχουν και στις ποιοτικές εφημερίδες. Γνωστοί διευθυντές ημερήσιων εφημερίδων έχουν τοποθετηθεί επί του θέματος στην Ιταλία. Κάποιος πρότεινε, μάλιστα, να χρησιμοποιήσουν το βιβλίο μου ως σύγγραμμα στις σχολές δημοσιογραφίας, για να εξηγούν στους σπουδαστές τι δεν πρέπει να κάνουν. Γιατί όμως η δημοσιογραφία πέφτει ολοένα και συχνότερα σ’ αυτή την παγίδα; Εξαιτίας της κρίσης που αντιμετωπίζει, η οποία χρονολογείται από την εμφάνιση της τηλεόρασης. Εκεί ακούς αποβραδίς όσα η εφημερίδα γράφει το επόμενο πρωί. Η εφημερίδα έπρεπε να έχει εξαφανιστεί ολοσχερώς, αλλά αντ’ αυτού μετατράπηκε σε «εβδομαδιαία». Την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε η τηλεόραση, οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν με 8 ή 12 σελίδες. Τώρα, έχουν 60. Τη στιγμή που δεν είχαν πια τίποτα να πουν, αύξησαν την ύλη τους εντάσσοντας σ’ αυτήν σχόλια, αναλύσεις ή, απλούστατα, κουτσομπολιά. Η κρίση της δημοσιογραφίας ήταν παγκόσμια. Εξ ου και η κυκλοφορία παραρτημάτων με άρθρα εμβάθυνσης και έρευνες, τα οποία μπορούν να προετοιμαστούν επτά μέρες πριν την κυκλοφορία τους. Ήταν οι προσπάθειες των ημερήσιων εφημερίδων για να ξεφύγουν απ’ αυτόν το θανάσιμο εναγκαλισμό.

Η αριστοκρατία είναι πάντοτε η ίδια

Το διαδίκτυο δεν έχει εντείνει αυτό το φαινόμενο;

Η νέα γενιά δεν διαβάζει πια εφημερίδες, αναζητεί την πληροφόρηση στο διαδίκτυο. Αλλά στο διαδίκτυο δεν υπάρχει κανενός είδους προστατευτικό φίλτρο. Όταν διαβάζω την «Humanité», γνωρίζω την πολιτική τοποθέτηση της εφημερίδας. Ξέρω πως είναι κάπως διαφορετική από κείνη του «Figaro»... Στο διαδίκτυο, δεν ξέρω ποτέ ποιος μιλάει. Είμαι δυνητικό θύμα κάθε πιθανής ή απίθανης παραποίησης ή πλεκτάνης. Ένας νέος άνθρωπος δύσκολα διακρίνει ανάμεσα σ’ έναν ιστότοπο αντισημιτικό και σ’ έναν κανονικό δημοκρατικό ιστότοπο.

Με τη διαφορά ότι οι νέοι άνθρωποι γεννήθηκαν με το διαδίκτυο. Δεν είναι επόμενο να καταλαβαίνουν, εν τέλει, ποιος μιλάει;
Δεν νομίζω ότι το καταφέρνουν όλοι. Μόνον εκείνοι που έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν τον έναν ιστότοπο από τον άλλο, να προσεγγίζουν τα πράγματα με κριτική ματιά, το κατορθώνουν. Είναι αυτοί που πήγαν στα καλύτερα σχολεία. Η αριστοκρατία είναι πάντοτε η ίδια.

Η Μάγια Φρέζια, η μόνη γυναίκα δημοσιογράφος της συντακτικής ομάδας, είναι εκτεθειμένη στις σεξιστικές αντιδράσεις των συναδέλφων της. Τι αποκαλύπτει η ηρωίδα σας όσον αφορά τη θέση των γυναικών στην ιταλική κοινωνία;
Στα μυθιστορήματά μου, οι γυναίκες αποτελούν συχνά το όχημα του ορθολογισμού. Στο Εκκρεμές του Φουκώ, η γυναίκα του Καζομπόν είναι εκείνη που ξεδιαλύνει όλες τις πλεκτάνες. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ αυτό το βιβλίο. Η Μάγια κουβαλάει το φορτίο της λογικής και του χιούμορ. Είναι ο δικός μου τρόπος να εκφράζω τις φεμινιστικές μου θέσεις. Αν αντικατοπτρίζει μια πραγματική κατάσταση; Δεν το νομίζω. Στο βιβλίο μου, υπάρχει μόνο μια γυναίκα, ενώ στις αίθουσες σύνταξης ο αριθμός τους αυξάνεται ολοένα. Σίγουρα υπάρχουν πάντοτε σεξιστικές αντιδράσεις, ωστόσο οι δικοί μου δημοσιογράφοι είναι μάλλον για κλάματα.

Κάτι άλλαξε

Πώς βιώσατε εσείς εκείνη τη χρονιά, το 1992;

Ήμουν κατενθουσιασμένος, παρακολουθούσα τα πάντα από την τηλεόραση. Βλέπαμε τους ισχυρούς της εποχής να τρέμουν ολόκληροι. Ήταν ένα θέαμα ολκής, πολύ συναρπαστικό. Την ίδια εποχή, είχαμε μόλις αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε πως οι σοσιαλιστές του PSI του Μπετίνο Κράξι το είχαν παρακάνει με τη λαχτάρα τους για εξουσία. Ήμασταν μάλλον ικανοποιημένοι. Πιστεύαμε πως θα τελειώναμε μια για πάντα με τη διαφθορά, με όλα αυτά. Ωστόσο, τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Τα χρόνια εκείνα, γινόσουν κλέφτης για να προσφέρεις χρήματα στο κόμμα σου, σήμερα γίνεσαι κλέφτης και κρατάς τα χρήματα για την πάρτη σου. Ανταποκρίνεται στην ανάλυση του Ζίγκμουντ Μπάουμαν για την «κοινωνία της ρευστής νεωτερικότητας». Ιδεολογία πλέον δεν υπάρχει, ούτε κοινές οργανωτικές δομές που προήλθαν από συλλογικές διαδικασίες. Είναι αδύνατον πια να αυτοπροσδιοριστούμε. Καθένας επιδιώκει, πάνω απ’ όλα, την προβολή του.

Στο διάστημα από το 1992 μέχρι σήμερα, ο Μπερλουσκόνι άφησε το αποτύπωμά του στην πολιτική ζωή της Ιταλίας. Τι νομίζετε πως άλλαξε;
Κάτι άλλαξε, κι αυτό έχει να κάνει με την παρακμή του Μπερλουσκόνι, που δεν έχει πάρει ακόμη την οριστική της μορφή. Το κόμμα του έχει γίνει χίλια κομμάτια. Ωστόσο, είναι σαν γάτος με εφτά ζωές. Εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους για να επανέρχεται στο προσκήνιο, παρ’ όλο που πιστεύω πως, από ηλικιακής πλευράς, έχει πια φτάσει στη δύση του. Ο ερχομός του Ρέντσι σήμανε μια αλλαγή στα πράγματα. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να μην συμφωνεί με τις απόψεις του, ωστόσο επέβαλλε έναν άλλο ρυθμό στον πολιτικό βίο της Ιταλίας. Εισήγαγε για πρώτη φορά τη δράση. Η ιταλική πολιτική ήταν ως τώρα ένας ακύμαντος βαλτότοπος. Κινούμασταν με ρυθμούς χελώνας. Με τον Ρέντσι, ο ρυθμός έγινε, θα έλεγα, ξέφρενος. Με τέτοιες ταχύτητες, γίνονται ένα σωρό λάθη. Άλλαξε, όμως, κάτι. Ανανέωσε ως ένα βαθμό την ιθύνουσα τάξη. Τον κατηγορούν ότι έβαλε στην κυβέρνησή του 30άρηδες που στερούνται πείρας. Αλλά όταν βλέπει κανείς τις ανοησίες που διέπραξαν κάποιοι γέροντες…

Τι θα θέλατε ν’ αποτελέσει κάποτε κομμάτι της υστεροφημίας σας;
Το πιθανότερο είναι να με κατατάξουν στους μυθιστοριογράφους. Ωστόσο, για την ώρα, η «Library of Living Philosophers» (=Βιβλιοθήκη των εν ζωή Φιλοσόφων), μια συλλογή βιβλίων 1.000 σελίδων που δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ το 1939, αποφάσισε να μου αφιερώσει ένα από τα έργα της. Μεταξύ άλλων, έχουν γίνει μελέτες για τον Μπέρτραντ Ράσελ, τον Αϊνστάιν, τον Γκάνταμερ και τον Ρικέρ. Είχαν στερέψει από πρόσωπα. Αποφάσισαν, λοιπόν, να μου αφιερώσουν ένα βιβλίο. Θα πάρει χρόνο, γιατί πρέπει να γραφτεί μια φιλοσοφική αυτοβιογραφία πενήντα σελίδων. Κατόπιν, μια πλειάδα αναγνωρισμένων διανοουμένων γράφουν κριτικά δοκίμια με θέμα τον αυτοβιογραφούμενο, κι εσύ πρέπει να απαντήσεις σε καθέναν απ’ αυτούς. Το πιθανότερο είναι να έχω πεθάνει πριν συμβούν όλα αυτά. Κι αυτό μάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα, αφού μιλάμε για τη «library of living philosophers» και όχι των «dead philosophers» (=νεκρών φιλοσόφων)! Αυτή η ιστορία είναι μεγάλη τιμή για μένα. Τη θεωρώ ανώτερη κι από ένα βραβείο Νόμπελ φιλοσοφίας, εφ’ όσον κανείς από τους δημιουργούς που αποτέλεσαν θέμα αυτής της σειράς δεν πέρασε στη λήθη.

Μετάφραση: Βίκη Δέμου

Το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο «Numéro zéro» κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον περασμένο Απρίλιο από τις εκδόσεις Ψυχογιός με τον τίτλο «Φύλλο μηδέν».

 
Μιλάνο, 1992. Αποτυχημένος πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος της κακιάς ώρας, επιμελητής σε εκδοτικούς οίκους, αόρατος συγγραφέας ενός δημιουργού αστυνομικών βιβλίων, ο Κολόνα ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας. Ωστόσο, θα πρέπει να περιμένει πολύ για να δει το όνομά του τυπωμένο σ’ ένα εξώφυλλο βιβλίου. Αποδέχεται, λοιπόν, τη δελεαστική πρόταση του Σιμέι, αρχισυντάκτη της «Domani», μιας ημερήσιας εφημερίδας στο στάδιο της προετοιμασίας. Με την υπογραφή του αφεντικού του, θα συντάξει το χρονικό για τη γέννηση ενός νέου εντύπου. Ωστόσο, ο ίδιος και ο προϊστάμενός του είναι οι μόνοι που γνωρίζουν ότι η εφημερίδα αυτή δεν θα δει ποτέ το φως. Από την πλεονεκτική του θέση, παρατηρεί και καταγράφει το διπλό παιχνίδι του Σιμέι, επικεφαλής ενός σκάφους που μπάζει ολοένα και περισσότερα νερά. Εικονογραφεί τη σύγχυση των δημοσιογράφων που είναι καθηλωμένοι στην προετοιμασία του φύλλου μηδέν γνωρίζοντας εκ των προτέρων το ρόλο του ως μέσου χειραγώγησης, ως τη στιγμή που ένας απ’ αυτούς θα ξεσπάσει σ’ ένα ντελίριο συνωμοσιολογίας, πεπεισμένος πως ο Μουσολίνι δεν τουφεκίστηκε το 1945. Στο μυθιστόρημά του αυτό, ο Ουμπέρτο Έκο ρίχνει μια σαρκαστική ματιά στο πολιτικο-δημοσιογραφικό στερέωμα της προ Μπερλουσκόνι εποχής.




* Δημοσιεύθηκε στις 22 Μαΐου 2015, στην «Humanité Dimanche».
** Νεοφασιστικής έμπνευσης κομματίδιο, που ενεργοποιείται σε πολιτισμικό και κοινωνικό επίπεδο. Με όχημα τη στεγαστική κρίση, επιχείρησε να περιβάλλει τις θέσεις του
μ’ ένα επίχρισμα ανθρωπισμού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου