
[1]
Η εμφάνισή του ως ένα ιδιαίτερο
αφηγηματικό είδος είναι ιστορικά καθορισμένη και έχει ως αφετηρία τις
αρχές του 19ου αιώνα (στη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία), οπότε και
θεσμοθετείται κρατικά η αστυνομία ως μηχανισμός ελέγχου του εγκλήματος.
Η εμφάνισή του είναι επίσης καθορισμένη
από τα κυρίαρχα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής και ειδικά από τον
ρομαντισμό, όπου το αφηγηματικό παιχνίδι γύρω από μια μορφή ανώτερης
ευφυΐας, θα αποτελέσει και την κινητήρια δύναμη της πλοκής του.
Το πρώτο γενικά παραδεκτό αστυνομικό αφήγημα θεωρείται το διήγημα του Ε.Α.Πόε Οι φόνοι της Οδού Μοργκ
(1841) με ήρωα τον ερασιτέχνη ντετέκτιβ Ωγκύστ Ντυπέν. Όμως θα
χρειαστούν εξήντα σχεδόν χρόνια μέχρι να αρχίσει το κοινό και οι
κριτικοί να διακρίνουν την ύπαρξη ενός ξεχωριστού αφηγηματικού είδους
που θα ονομαστεί στα αγγλικά detective story και στα ελληνικά συχνά
αποδίδεται ως ιστορία μυστηρίου ή αστυνομική ιστορία. Εξήντα χρόνια για
να απομακρυνθεί από την παραφιλολογία των φτηνών αναγνωσμάτων
«αστυνομικής» υφής που προηγήθηκαν του Πόε.

Το είδος της αστυνομικής ιστορίας
περιπέτειας και μυστηρίου θα καθιερωθεί στη Γαλλία με τον Εμιλ
Γκαμποριώ και τον Μωρίς Λεμπλάν και κυρίως στην Αγγλία, όταν ο Άρθουρ
Κόναν Ντόυλ δημιούργησε τον Σέρλοκ Χολμς (1886), συνεχιστή του ήρωα του
Πόε, τον δημοφιλέστερο χαρακτήρα της αστυνομική λογοτεχνίας.

Το κλειδί στην αφήγηση της Κρίστi
βρισκόταν στην περιγραφή μιας κλειστής ομάδας -μια οικογένεια με
κληρονομικά και νομικά προβλήματα, ένα χωριό, ένα ξενοδοχείο, μια παρέα
σε ποταμόπλοιο, όπου όλοι έχουν ενοχική συμπεριφορά ύστερα από ένα
έγκλημα και ο κύκλος των υπόπτων μεγαλώνει συναρπαστικά: υπάρχει πλέον
θέση για μια εκτενή εξιστόρηση.



Μια ιδιαίτερα επιτυχής εξέλιξη του
αστυνομικού μυθιστορήματος ήρθε με τον συνδυασμό υποθέσεων οργανωμένου
εγκλήματος, κρατικής κατασκοπίας και πολιτικής σκοπιμότητας με κλασικό
έργο την Μάσκα του Δημήτριου, του Έρικ Άμπλερ, (1939) και σκηνικό τα Βαλκάνια παραμονές του πολέμου.
Μετά τον πόλεμο πήρε πιο καθαρά τη μορφή του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος με αντιπροσωπευτικό έργο τον Κατάσκοπου που γύρισε από το κρύο του Τζων Λε Καρέ, (1961).
Σπουδαία έργα σε αυτό τον τομέα έδωσαν ο
Γκράχαμ Γκρην και ο Φρίντριχ Ντύρενματ που μαζί με τον παιγνιώδη Χόρχε
Λουίς Μπόρχες αποτελούν τους τρεις μεγάλους λογοτέχνες του 20 αιώνα, οι
οποίοι ασχολήθηκαν με την αφήγηση αστυνομικών ιστοριών.


Στα σημαντικότερα έργα αστυνομικής
λογοτεχνίας από το 1960 έως σήμερα, δεν πρωταγωνιστεί ο ευφυής
ερασιτέχνης ή επαγγελματίας ντετέκτιβ, αλλά ένας δολοφόνος, ένας
γκάνγκστερ , ένας διεφθαρμένος αστυνομικός (όπως για παράδειγμα στην Πρηνή θέση του σκοπευτή του Ζαν Πατρίκ Μανσέτ, 1981 ή στο Μεγάλο Πουθενά του Τζέημς Ελλρόυ, 1988).

Επίσης, το αστυνομικό μυθιστόρημα
στρέφεται πλέον συχνά προς το παρελθόν και το σχολιάζει με κριτική ματιά
φωτίζοντας αθέατες πλευρές του. Όπως η Τριλογία του Βερολίνου του Φίλιπ Κερ (1991) , με σκηνικό τη ναζιστική Γερμανία ή η Τετραλογία του Λος Άντζελες του
Τζέημς Ελλρόυ (1990), όπου παρουσιάζεται η Πόλη των Αγγέλων της
δεκαετίας του ’50 πνιγμένη στη διαστροφή. Στρέφεται, όμως, ακόμα πιο
πίσω όπως με τον σινολόγο Βαν Γκούλικ που δημιούργησε (τη δεκαετία του
’60) αστυνομικές ιστορίες στην Κίνα του 7ου αιώνα με πρωταγωνιστή τον
δικαστή Τι.

Γενικά, πάντως, ενώ το αστυνομικό
μυθιστόρημα αναπτύχθηκε κυρίως στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δυτικού
τύπου, από εθνολογική άποψη δεν φαίνεται να υπάρχουν όρια, τοίχοι και
περιορισμοί. Με την τάση, μάλιστα, της παγκοσμιοποίησης του διεθνούς
εμπορίου είναι βέβαιο ότι θα πέσουν και τα τελευταία. Εκτός από
σημαντικά έργα στο Μεξικό και την Ιαπωνία, ήδη έχουμε ήρωες από την φυλή
των Νάβαχο, ντετέκτιβ στην Τανζανία και τη Νότια Αφρική, την Ισλανδία
και την Ινδία, ακόμα και στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, από
συγγραφέα όμως που για την ώρα ζει στην αλλοδαπή.
[2]

Ένα μέρος του αποτελεί συνέχεια των
λαϊκών αναγνωσμάτων του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ου και μια
μεταφορά της αμερικανικής κυρίως μαζικής κουλτούρας και παραφιλολογίας
που δημιούργησε το «σκληρό» αστυνομικό μυθιστόρημα τη δεκαετία του 20
και έκτοτε συνέχισε να το συνοδεύει. Η ελληνική εκδοχή περιείχε επίσης
και όλη την γκάμα των ηρώων της αγγλικής και γαλλικής παραφιλογίας.
Από τις σελίδες της Μάσκας (έτος
ίδρυσης 1935) παρελαύνουν Χολμς, Αρσέν Λουπέν, Πίνκερτον, Ντετέκτιβ
Φάντασμα, Ντετέκτιβ «Χ», Γκόρντον Ρεξ (Αράχνη), Ηρακλής Πουαρώ,
Νυχτερίδα, Λέμμυ Κώσιον, Λωποδύτης-Φάντασμα, Πράκτορας 5, Ίσκιος, Νήρο
Γουλφ, ο Άγιος (Σάιμον Τέμπλαρ) αλλά και εγχώριες δημιουργίες, όπως ο
«αθέατος» ντετέκτιβ Μάρτιν Μπεγκ και ο επιθεωρητής Ντέηβις, του Φέλιξ
Καρ (ψευδώνυμο του Ορφέα Καραβία, 1899-1975), όπως η Φρόυλάιν Γκοστ του
Νίκου Μαράκη (1904-1973) ή ο ελληνοαμερικανός Νικ Λέρτας που
εμφανίζεται σε ανυπόγραφα διηγήματα.

Η διάδοση του αστυνομικού αφηγήματος είχε
αρχίσει από το Μεσοπόλεμο, αλλά την ανέστειλε η γερμανική Κατοχή και τα
Δεκεμβριανά. Από το 1946 όμως και μετά, καθώς οι εμφύλιες συγκρούσεις
περιορίστηκαν στον ορεινό όγκο της Μακεδονίας, η ζωή στις πόλεις τράβηξε
το δρόμο της. Η Μάσκα επανεκδόθηκε το 1946.
Το αστυνομικό αφήγημα ήταν από τα
ελάχιστα είδη που σημάδεψαν τον πεζό λόγο της εποχής ως προς την
θεματολογία και τη γραφή του έστω και με παράδοξο ή ανορθόδοξο τρόπο.
Ταυτόχρονα ήταν ένα είδος υπό διωγμό: η
χωροφυλακή εξέδιδε εγκυκλίους που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου στους
νέους για τη βλαβερή επιρροή των αστυνομικών αναγνωσμάτων, διότι τους
έθιζαν στο έγκλημα, η κομμουνιστική αριστερά, διότι αποτελούσε
αντανάκλαση της αστικής ιδεολογικής παρακμής και εργαλείο
αποπροσανατολισμού από την ταξική πάλη, ενώ και οι δύο συμφωνούσαν πως
λογοτεχνικά δεν ήταν παρά ένα θλιβερό παραφιλολογικό φαινόμενο.
Όμως στον κυκεώνα εκείνων των χρόνων, η ανάγνωση της Μάσκας και του Μυστήριου
(έτος ίδρυσης 1952) αποτελούσε και μια πράξη απόδρασης από τα
ψυχροπολεμικά διλήμματα της μετεμφυλιακής περιόδου κι επανόδου σε πιο
πεζά, καθημερινά θέματα που παρουσιάζονταν και με μια δόση ειρωνείας ή
και χιούμορ.
Τα διηγήματα με εγχώρια πλοκή στη Μάσκα και το Μυστήριο
είχαν μια μυρουδιά από «σκληρό» αμερικανικό αφήγημα όταν περιέγραφαν
ουδέτερες πολιτικά ζώνες και περιοχές –μπαρ, πουτάνες, ιππόδρομο, κλοπές
κοσμημάτων, μοιραίες γυναίκες, πλούσιους καψούρηδες.
Στην μεταπολεμική Ελλάδα ευδοκίμησε
εντυπωσιακά ένα πολύ χαρακτηριστικό είδος ελαφρού θεάματος και
αναγνώσματος. Η τυπολογία του αναγνωρίζεται εύκολα στον εμπορικό
κινηματογράφο. Πρόκειται για μια επιτυχημένη ελληνική συνταγή ενός
κινηματογραφικού είδους που γνώρισε δόξες στο Μεσοπόλεμο στην Ευρώπη και
την Αμερική – έχει γερμανικές ρίζες και καλλιτεχνική του εκδοχή μεταξύ
άλλων το σκηνοθέτη Ερνστ Λιούμπιτς.
Το ελαφρύ θέαμα, ένα μίγμα μελοδράματος,
ανέμελης πλοκής, πλούσιας και καλής ηθοποιίας χαρακτήρων, κατέκτησε τον
κινηματογράφο με αφετηρία το προσφιλές αθηναϊκό θέατρο και το ραδιόφωνο.
Η αξιοποίηση του δυναμικού των ανθρώπων του ελαφρού θεάματος ή
ακροάματος στο σινεμά δημιούργησε συλλογικούς κανόνες ονειροπόλησης τόσο
αποδεκτούς από το κοινό, ώστε το καθήλωσε επί δεκαετίες στα προϊόντα
εκείνης της εποχής, μια που από το 1970 και μετά το είδος ουσιαστικά
έπαψε να παράγεται.

Ο Γιάννης Μαρής (1916-1979) αποτελεί
εκπρόσωπο μιας ολόκληρης σχολής εγχώριου «ελαφρού» αστυνομικού
μυθιστορήματος, σε αντιδιαστολή με το «σκληρό» αφήγημα της Μάσκας και του Μυστήριου.
Ο Μαρής με τα πενήντα σχεδόν μυθιστορήματα που έγραψε ήταν ο πιο
δημοφιλής συγγραφέας της εποχής του. Χωρίζονται στα αθηναϊκά, σε αυτά
που διαδραματίζονται στο Θεσσαλικό κάμπο και σε αυτά της Μυκόνου, της
Ύδρας και του Αγίου Όρους, ενώ ένα αναφέρεται στη Δικτατορία της 4ης
Αυγούστου και τρία κάνουν αναδρομή στην Κατοχή.

Το «ελαφρύ» ελληνικό αστυνομικό
μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’50 και του ’60 έχει σχεδόν πάντα στο
επίκεντρό του την έρευνα σε έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων.
Στον Γιάννη Μαρή, η μεταφορά της ενοχικής
συμπεριφοράς του Σιμενόν και της Κρίστυ στους μικροαστούς ή μεσοαστούς
ήρωές του και ορισμένων πτυχών της αθηναϊκής ζωής, συνάρπαζαν τους
αναγνώστες του που έβλεπαν ότι και σε αυτά τα αφηγήματα κάτι άλλο
κρυβόταν πίσω από την καθημερινότητα, όπως και στη ζωή, καθώς μια ωραία
μέρα η Αθήνα γέμισε τανκς, επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος και αυστηρότατη
λογοκρισία.
Όταν πέρασε η λογοκρισία, υπήρχε πλέον
απέχθεια για ό,τι το αστυνομικό και η εγχώρια παραγωγή σταμάτησε.
Επιπλέον εμφανίζεται η τηλεόραση που αρπάζει τους κώδικες επικοινωνίας
του «ελαφρού» θεάματος και αναγνώσματος και αλλάζει τα δεδομένα. Ο
Γιάννης Μαρής εκδίδει το 1976 την Εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη (ενός από τα καλύτερα έργα του), αλλά η εποχή έχει αλλάξει οριστικά.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα
περνάει κρίση συγγραφική αλλά ακόμα μεγαλύτερη εκδοτική, όπου
αντιμετωπίζεται ως είδος ταυτισμένο με την κακογραφία, τον φτηνό
εντυπωσιασμό ή την πορνογραφία.
Άρχισε να εμφανίζεται ξανά από τα μέσα
της δεκαετίας του 80. Ορόσημο υπήρξε η αστυνομική σειρά των εκδόσεων
Άγρα που μετέφρασε και επιμελήθηκε ξανά κλασικούς της αστυνομικής
φιλολογίας αντιμετωπίζοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό
είδος. Η επανα-εισαγωγή του είδους άλλαξε και το κοινό του, που αυτή τη
φορά αποτελείτο από ένα πιστό, αλλά σχετικά περιορισμένο πυρήνα
βιβλιόφιλων, καλλιτεχνών ή διανοουμένων.
Παράλληλα είχαν ξεκινήσει και κάποιες
πρώτες προσπάθειες παραγωγής εγχώριου συγγραφικού έργου. Τη δεκαετία του
’90 η συγγραφική παραγωγή στην Ελλάδα αστυνομικών μυθιστορημάτων και
διηγημάτων γίνεται ορατή για να αποκτήσει μια σταθερή παρουσία την πρώτη
δεκαετία του 21ου αιώνα με 120 έργα αστυνομικής υφής, δεκαοκτώ
συγγραφείς που να εκδίδουν από δύο και πλέον αστυνομικά αφηγήματα, δέκα
συγγραφείς με ένα έργο αστυνομικής πλοκής , με πέντε συλλογικούς τόμους
διηγημάτων και ορισμένες επανεκδόσεις της προδικτατορικής περιόδου. (βλ.
σχετική βιβλιογραφία για τις δεκαετίες του ’80, του ’90 και την πρώτη
δεκαετία του 2000).
ΠΗΓΗ
Ανδρέας Αποστολίδης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου